Το καλοκαίρι του 1918, ο δεκαοκτάχρονος Έρνεστ Χέμινγουεϊ βρέθηκε στην Ιταλία όχι για να γνωρίσει τη χώρα, αλλά για να υπηρετήσει ως εθελοντής οδηγός ασθενοφόρου στον Ερυθρό Σταυρό. Ο τραυματισμός του κοντά στον ποταμό Πιάβε τον οδήγησε στο νοσοκομείο του Μιλάνου, κι εκεί, στα μακρά διαστήματα ανάρρωσης, άρχισε να γνωρίζει μιαν άλλη Ιταλία: όχι του πολέμου, αλλά των τοπίων, των πόλεων και των λιμνών της βόρειας χώρας.
Ανάμεσα σε αυτούς τους τόπους, η Λίμνη Ματζόρε θα χαρασσόταν ανεξίτηλα στη μνήμη του. Το υδάτινο αυτό σύνορο, με τα νερά να απλώνονται ήσυχα κάτω από τις κορυφές των Άλπεων, έγινε γι’ αυτόν κάτι παραπάνω από προορισμός∙ έγινε εικόνα ελευθερίας.
Στο «Αποχαιρετισμός στα όπλα» (1929), ο Χέμινγουεϊ μετουσιώνει την εμπειρία σε λογοτεχνία. Ο Φρέντερικ Χένρι και η Κάθριν Μπάρκλεϊ, οι ήρωές του, δραπετεύουν νύχτα με μια βάρκα στη Ματζόρε, αναζητώντας σωτηρία στην απέναντι ελβετική όχθη. Η λίμνη, μέσα στο σκοτάδι, γίνεται όριο και πέρασμα· από τον πόλεμο στη γαλήνη, από την απελπισία στην ελπίδα.
Η γραφή του είναι κοφτή, λιτή, μα η εικόνα έντονη: το νερό που χτυπούν τα κουπιά, ο άνεμος που φουσκώνει τη λίμνη, η κούραση και η αγωνία της φυγής. Δεν χρειάζονται περιγραφές μεγάλες. Η ίδια η λίμνη, με την απεραντοσύνη της, φέρει το βάρος του νοήματος.
Έτσι, η Ματζόρε δεν μένει μόνο γεωγραφικός τόπος, αλλά γίνεται σύμβολο. Για τον Χέμινγουεϊ, και για τους αναγνώστες του, είναι το υδάτινο όριο όπου ο άνθρωπος μπορεί ακόμη να ελπίζει, ακόμη και μέσα στην πιο βίαιη καταστροφή.
Κι έτσι, όποιος ταξιδεύει σήμερα στη λίμνη και αντικρίζει τα νερά της να καθρεφτίζουν τις Άλπεις, ίσως να νιώσει – πέρα από την ομορφιά – εκείνη την αδιόρατη αίσθηση διαφυγής που ο νεαρός Αμερικανός έγραψε κάποτε με τόσο λίγες, μα τόσο δυνατές λέξεις.

