Το παλιό καφενείο στο κέντρο της Αθήνας είχε ένα μεγάλο πατάρι, όπου μαζεύονταν από χρόνια πολλοί καλλιτέχνες, ποιητές και συγγραφείς, ζωγράφοι, γλύπτες, άνθρωποι του θεάτρου και τραγουδιστές, κάθε ηλικίας.
Μια που στη δουλειά τους δεν είχαν ωράριο, πήγαιναν εκεί κάθε μεσημέρι και περνούσαν την ώρα τους. Τους είχε γίνει τόσο συνήθεια, που τους ήταν αδιανόητο να περάσει έστω και μια μέρα χωρίς να συναντηθούν εκεί με τους φίλους τους.
Οι ποιητές και οι συγγραφείς έκαναν συνήθως μια χωριστή παρέα. Το ίδιο και οι θεατρίνοι μαζεύονταν μεταξύ τους κι έλεγαν τα δικά τους, όπως και οι ζωγράφοι με τους γλύπτες, που κι αυτοί είχαν τη δική τους συντροφιά.
Όλοι όμως αισθάνονταν φίλοι και φιλιόντουσαν κάθε φορά που συναντιόντουσαν και αγαπούσε ο ένας τον άλλο, μόνο και μόνο γιατί ήταν θαμώνες του παταριού.
Εκείνη τη μέρα, κατά τη συνήθειά τους, είχαν μαζευτεί πάλι όλοι και μιλούσαν και γέλαγαν, όπως από παλιά.
Οι ηθοποιοί και οι τραγουδιστές, ιδιαίτερα αυτοί της όπερας, έλεγαν τα δικά τους και κριτίκαριζαν τα πάντα: τις παραστάσεις των θεάτρων και των κινηματογράφων, τα προγράμματα των νυχτερινών κέντρων και άλλα πολλά.
Μερικές φορές εκμυστηρεύονταν ακόμα και τα απόκρυφα μυστικά τους, όπως αν κοιμήθηκαν καλά με τη γυναίκα τους ή τη φιλενάδα τους. Άλλοτε πάλι αν ο τάδε ηθοποιός υποδυόταν καλά το ρόλο του ή ήταν απλώς επιδερμικός ή αν μια όμορφη τραγουδίστρια είχε καλή φωνή ή όφειλε τη δημοτικότητά της στις προκλητικές καμπύλες της και μόνο.
Ενός άλλου, αρκετά μεγαλύτερου σε ηλικία, τα ενδιαφέροντα ήταν διαφορετικά. Έλεγε για κάποιον ηθοποιό του Εθνικού, που ενώ κάποτε ήταν σπουδαίος, τώρα δεν μπορούσε να αποδώσει καθόλου και κανονικά θα έπρεπε από μόνος του να είχε σταματήσει ν’ ανεβαίνει στη σκηνή.
«Αφού δεν μπορεί να πάρει τα πόδια του, τι θέλει και συνεχίζει να κάνει το θεατρίνο;» Και η συζήτηση συνεχιζόταν χωρίς τελειωμό.
Λίγο πιο πέρα οι συγγραφείς με τους ποιητές συζητούσαν, σχεδόν τσακώνονταν, ο καθένας για να πείσει τους άλλους ότι οι δικές του ιδέες και πεποιθήσεις ήταν οι σωστές.
Άλλοτε πάλι έκριναν ή μάλλον κατέκριναν διάφορους συγγραφείς, που βέβαια δεν ήταν της παρέας τους, για τις πολιτικές τους πεποιθήσεις. Τους κατηγορούσαν ότι τις πιο πολλές φορές εκμεταλλεύονταν κάποιο πολιτικό χώρο για ν’ αναδειχτούν οι ίδιοι μέσα απ’ αυτόν.
Καμιά φορά μιλούσαν και για πιο σοβαρά θέματα, για τον τρόπο γραφής κάποιου μυθιστοριογράφου, κάνοντας εποικοδομητική κριτική, που ωφελούσε κι αυτούς τους ίδιους.
Πολλές φορές μιλούσαν για τους παλαιότερους συναδέλφους τους, αν και σε ποιο βαθμό είχαν επηρεάσει τους νεότερους και αν τα κείμενά τους ήταν ακόμα επίκαιρα. Όλοι δέχονταν ότι η διάρκεια της επικαιρότητας εξαρτάται από την ποιότητα του έργου.
Αν μιλάει για αλήθειες διαχρονικές και γεγονότα που μπορεί να συμβούν σε κάθε εποχή, ανεξάρτητα αν έγιναν τώρα ή πριν από εκατό χρόνια, ή αν εκφράζει απόψεις και πιστεύω πρωτοπόρα, γραμμένα μ’ έναν τρόπο που να κινεί το ενδιαφέρον, γιατί να μην είναι επίκαιρα και για τους μεταγενέστερους;
Στο μόνο που όλοι συμφώνησαν για τη μεγάλη και διαχρονική αξία του ήταν ο Καβάφης. Παραδέχτηκαν ότι ήταν ο ποιητής που εξακολουθούσε ν’ αγγίζει τις καρδιές όλων, ακόμα και ύστερα από τόσα χρόνια. Που, σαν φωτογράφος, είχε την ικανότητα να ακινητοποιεί στο χαρτί συναισθήματα και καταστάσεις. Να σταματάει το χρόνο, διαιωνίζοντας έτσι τη στιγμή.
Δυο τρεις ποιητές τόλμησαν να διαφωνήσουν, αλλά όλοι ήξεραν ότι τα ποιήματά τους ήταν ανάξια λόγου. Ούτε αυτοί ήξεραν τι έγραφαν, ούτε οι αναγνώστες τους καταλάβαιναν τίποτα. Ποιήματα χωρίς νόημα και χωρίς να σου αφήνουν έστω μια ακαθόριστη συγκίνηση. Όμως είχαν το θράσος να τα υποβάλουν στην Ακαδημία για βράβευση και τελικά έγιναν ο περίγελος των συναδέλφων τους.
Ακριβώς στην απέναντι μεριά του παταριού ήταν μια μεγάλη παρέα ζωγράφων, που ο καθένας προσπαθούσε να πείσει τους άλλους για το πόσο καλή ήταν η δική του δουλειά. Ένας μάλιστα επέμενε για την ανάγκη να ακολουθήσουν και οι άλλοι τη δική του τεχνική, τον τρόπο που αυτός ζωγράφιζε. Έτσι, πίστευε, θα κατάφερναν να εκφραστούν καλύτερα.
Ένας τοπιογράφος αρκετά γνωστός ισχυριζόταν ότι δεν πρέπει να αντιγράφουμε τη φύση, αλλά να την ερμηνεύουμε σύμφωνα με το δικό μας συναισθηματικό κόσμο.
Ένας άλλος τοπιογράφος, πολύ γνωστός στους κοσμικούς κύκλους, έλεγε ότι αυτά είναι φιλολογίες και σαχλαμάρες και ότι εκείνος που βλέπει έναν πίνακα με θάλασσα ή βουνό θέλει, βλέποντάς τον, να απολαμβάνει το τοπίο. Και βέβαια αυτό το πετυχαίνει με την ακριβή απεικόνιση.
Παινεύονταν μάλιστα για έναν πίνακα που είχε φτιάξει με θέμα τη Βενετία της Μυκόνου. Φαινόταν τόσο αληθινός, που νόμιζες ότι τα σπίτια και οι καμπινέδες τους, καθώς κρέμονταν ακριβώς πάνω από τη θάλασσα, ήταν πραγματικά. Ένας άλλος ζωγράφος, κοροϊδεύοντάς τον, του είπε ότι από τέτοιους ζωγράφους που ζωγράφιζαν αληθινούς καμπινέδες βρόμισε με ακαθαρσίες η θάλασσα της περιοχής.
Το λόγο πήρε ένας άλλος ζωγράφος, που έφτιαχνε μόνο ανθρώπινες φιγούρες.
Φαινόταν ονειροπαρμένος με τον τρόπο που εκφραζόταν, όμως αυτά που έλεγε ήταν ζεστά,
ενδιαφέροντα και αληθινά και αμέσως απέσπασε την προσοχή των άλλων.
Δεν περιοριζόταν μόνο στον τρόπο που ζωγράφιζε, αλλά έδινε του κόσμου τις λεπτομέρειες
για το ανθρώπινο σώμα, για τις αρετές του και για τη συγκίνηση που του προκαλούσε.
Εξηγούσε την ποικιλία των συνθέσεων που μπορεί να κάνει ένας ζωγράφος ζωγραφίζοντας
έναν άλλο άνθρωπο και την ανυπέρβλητη ομορφιά που προσφέρει η θέα της ανθρώπινης σάρκας.
Οι καμπύλες των βουνών δεν είναι δυνατό να είναι τόσο καλλίγραμμες και ηδονικές όσο ενός
όμορφου μοντέλου.
Και συνέχιζε να εκθειάζει το μοντέλο του, καθώς το θυμόταν ξαπλωμένο σ’ έναν καναπέ,
και για την υπέρτατη εικαστική ηδονή που εισέπραττε από τις στάσεις που έπαιρνε.
Ήταν τόσο περιγραφικός, που για μια στιγμή νόμιζες ότι έβλεπες το μοντέλο μπροστά σου,
ξαπλωμένο, να κοιτάζει το ταβάνι. Εκείνος, μ’ ένα μολύβι στο χέρι, θαύμαζε αυτά τα αρμονικά
και λεπτά πόδια που, αν άφηνες το βλέμμα σου να τρέξει, κατέληγες στις σχισμές γύρω από την
περιοχή του άκρατου ηδονισμού και τρελαινόσουν. Και όταν προχωρούσες πιο πάνω, εκεί κοντά
στη μέση και στον αφαλό, μ’ αυτό το λείο και ακτινοβόλο δέρμα, που λίγοι μόνο ζωγράφοι
κατάφεραν ν’ απεικονίσουν, σε περίμενε ένα ανείπωτο θέαμα. Ένα θέαμα για σένα μόνο.
Και προχωρώντας το βλέμμα ακόμα πιο ψηλά, συναντούσες εκείνο το υπέροχο στήθος,
που ήταν αδύνατο να σε αφήσει αδιάφορο.
Θυμόταν μια φορά που, πλησιάζοντας το μοντέλο για να του αλλάξει θέση, έπιασε τις πατούσες του,
που ήταν παγωμένες, κι αμέσως ερεθίστηκε, όμως συγκρατήθηκε. Ρώτησε μόνο αν κρυώνει κι αν ήθελε
να φέρει μια κουβέρτα για να τη σκεπάσει, ενώ ενδόμυχα θα ήθελε να σκεπαστεί κι αυτός μαζί.
«Τι σαχλαμάρες είναι αυτές που μας αραδιάζεις, ρε Κώστα, μεσημεριάτικα; Μας καύλωσες!»
Ήταν η δυνατή φωνή ενός νεαρού ζωγράφου απ’ την παρέα.
Όλοι στο πατάρι παράτησαν ξαφνικά τις κουβέντες τους και τους βαθείς στοχασμούς τους
κι έτρεξαν κοντά στους ζωγράφους να δουν τι συνέβαινε.
Όλοι εκτός από δύο ηλικιωμένους ποιητές που δεν άκουγαν καλά και που είχαν πάψει
να τους ενδιαφέρουν τέτοια πράγματα εδώ και καιρό.
Οι φωνές ακούγονταν μέχρι κάτω στο ζαχαροπλαστείο και έξω στο πεζοδρόμιο.
Στο τέλος πήραν τον ηδονοβλεψία ζωγράφο στα χέρια τους και τον σήκωσαν ψηλά τρεις φορές,
με φωνές που ξεκούφαναν ακόμα και τους δύο γέρους ποιητές.
Τελικά, όλοι συμφώνησαν ότι καλή η τέχνη και η ποίηση, ακόμα και το καλό φαΐ,
όμως την ηδονή που προσφέρει η θέα ενός όμορφου σώματος τίποτε δεν μπορεί να τη φτάσει.
Είναι κάτι το θείο. Η ακτινοβολία του είναι τόση, που δεν μπορείς να την παραβάλεις
με οποιοδήποτε άλλο όμορφο πράγμα που μας χάρισε η φύση.
*από την συλλογή με τίτλο: Μικρές ανθρώπινες ιστορίες.

