Ο Διαδρομιστής – διήγημα του Βασίλη Θεοχαράκη*

Βγήκε από την πόρτα του κυρίου Γενικού, μέσα στο σκούρο του κουστούμι

και περπατούσε στο μακρύ διάδρομο του υπουργείου με ύφος ιδιαίτερα σοβαρό.

Τόσο σοβαρό, ώστε να μην πάρει κανείς χαμπάρι την ανείπωτη χαρά που τον πλημμύριζε.

Ήταν γνωστός σε πολλούς υπαλλήλους του υπουργείου, γιατί ήταν από τους

συνηθισμένους διαδρομιστές-επιχειρηματίες που πηγαινοέρχονταν στα υπουργεία

και που, με την καπατσοσύνη τους, έβγαζαν «τα προς το ζην» – και όχι μόνο.

Έπρεπε λοιπόν με κάθε τρόπο να μην αντιληφθεί κανένας την επιτυχία του, γιατί

αμέσως θα πήγαιναν να τον καρφώσουν στον αρμόδιο διευθυντή, προφανώς για να

κερδίσουν την εύνοιά του. Είχε μόλις καταφέρει να υπογράψει μια ιδιαίτερα

επωφελή γι’ αυτόν σύμβαση, που υπολόγιζε να του αφήσει πολλά λεφτά,

μια ολόκληρη περιουσία. Έπρεπε όμως να κάνει τον δυσαρεστημένο, τον ριγμένο.

Ήταν τόση η χαρά του, που δεν σταμάταγε να τραγουδάει από μέσα του ξανά και ξανά

ένα γνωστό παλιό τραγούδι, παραφρασμένο από τον ίδιο:

«Μάπα μου, η Ελλάδα είναι μια αγελάδα,

που την αρμέγουν όλοι και κάνουν πορτοφόλια!»

Έτσι, μ’ αυτό το σοβαρό και βαρύγδουπο ύφος, περπάτησε μέχρι τη γωνία όπου είχε παρκάρει

το αυτοκίνητό του· και μόλις μπήκε μέσα, στρογγυλοκάθισε στο κάθισμά του και, ξεχειλίζοντας

από ικανοποίηση, άρχισε να τραγουδάει με όλη τη δύναμη της φωνής του το ίδιο αυτό τραγούδι,

σαν να ήθελε να διαλαλήσει την επιτυχία του στα πέρατα του κόσμου.

Η αλήθεια είναι ότι ήταν πανέξυπνος και με την καπατσοσύνη του είχε καταφέρει να

τους κοροϊδέψει όλους, με μια κάποια βοήθεια βεβαίως. Ο άνθρωπος ούτε μόρφωση είχε

ούτε κοινωνικότητα, και έδινε την εντύπωση ενός χοντράνθρωπου, τόσο στο σώμα όσο

και στην ψυχή. Ήταν δουλοπρεπής σ’ όσους είχε ανάγκη και αδίσταχτος στους κατώτερους

και υποτακτικούς του. Είχε υπερβολική αυτοπεποίθηση και κυριολεκτικά θαύμαζε τον εαυτό του

για τις ικανότητές του. Ήταν τόσο εγωιστής, που πίστευε ότι μπορούσε να πετύχει οτιδήποτε,

αρκεί να το έβαζε στόχο, χωρίς να έχει τον παραμικρό ενδοιασμό για τα μέσα που θα μετερχόταν.

Παντρεμένος με δύο παιδιά, δεν παρέλειπε να βάζει χέρι σε όποια απ’ το γραφείο

του έβαζε στο μάτι. Πίστευε στην ομορφιά και στα σωματικά του προσόντα και φανταζόταν

ότι όλες θα τον ήθελαν. Αφεντικό ήταν άλλωστε! Έτσι, μία μία τις φώναζε μέσα, δήθεν

για να τον βοηθήσουν να υπογράψει διάφορα έγγραφα, και με τον αγκώνα του τις ακουμπούσε

στο μηρό· με κάθε υπογραφή που έβαζε, λίγο λίγο προχωρούσε στον στόχο. Όσες δεν αντιδρούσαν

έρχονταν αργά ή γρήγορα στην αγκαλιά του. Διαφορετικά έβρισκε μια δικαιολογία και απέλυε

την κοπέλα, αντικαθιστώντας τη με άλλη. Το ίδιο έκανε κι όταν τις βαριόταν.

Όλοι στο γραφείο τον είχαν πάρει χαμπάρι, αλλά κανείς δεν ήθελε να πει τίποτα.

Ήξεραν ότι, αν τολμούσαν να ξεστομίσουν κάτι, την άλλη μέρα θα βρίσκονταν εκτός εταιρείας·

θα ήταν το τέλος τους.

Έτσι περνούσαν τα χρόνια και ο κύριος Μιχάλης μεγάλωνε την περιουσία του όσο μεγάλωνε

και ο υπερτροφικός εγωισμός του.

Κάποια στιγμή όμως ήρθαν και τα δύσκολα. Πρώτα, μία από τις κοπέλες που είχε διώξει

του έκανε αγωγή και ζητούσε αποζημίωση, γιατί την είχε εξαναγκάσει – τάχατες – σε ασέλγεια,

απειλώντας την ότι, αν δεν δεχόταν, θα την απέλυε.

Έπειτα, η γυναίκα του, που τον είχε σιχαθεί όχι μόνο γιατί είχε μάθει ότι είχε φιλενάδες,

αλλά και γιατί η συμπεριφορά του απέναντί της ήταν απαράδεκτη, είδε κι απόειδε και του ζήτησε διαζύγιο.

Όχι ότι τον πολυένοιαζε για τη γυναίκα του· αλλά τι θα έλεγε ο κόσμος; Έπειτα τα παιδιά του

ήταν ακόμα μικρά, δέκα, δώδεκα χρονών, και δεν ήθελε να τα αποχωριστεί – χωρίς όμως να θέλει

και να σταματήσει τις μουργαταρίες του, που του είχαν γίνει συνήθεια.

Κι επάνω στον μπελά του διαζυγίου, διαπίστωσε ότι και η γυναίκα του είχε φίλο· κι αυτό ήταν

αδύνατο να το ανεχτεί. Αυτόν τον σπουδαίο να τον απατάει η γυναίκα του, να τον φωνάζει ο κόσμος

κερατά! Πήγαινε πολύ. Δεν ήξερε τι να κάνει. Πήγαινε κυριολεκτικά να σκάσει.

Στα προβλήματά του αυτά ήρθε κι άλλο, ακόμα μεγαλύτερο.

Πριν από χρόνια είχε υπογράψει μια σύμβαση με κάποια εταιρεία και έπαιρνε ένα γερό ποσοστό

για τη μεσολάβησή του στις προμήθειες του Δημοσίου, που βέβαια την είχε κρύψει από την εφορία.

Μια μέρα, ανάμεσα στην αλληλογραφία του, είδε μια ανώνυμη επιστολή «απόλυτα προσωπική», γραμμένη

στα αγγλικά. Με ανησυχία μεγάλη την άνοιξε και είδε ότι του ζητούσαν ένα σωρό λεφτά για να μην κοινοποιήσουν

στις Αρχές το περιεχόμενο της σύμβασης. Για να μην έχει ο παραλήπτης καμιά αμφιβολία για τη σοβαρότητα

της απειλής, μέσα στον φάκελο είχαν βάλει και ένα αντίγραφο από ένα φύλλο της σύμβασης.

Του ήταν αδύνατο να φανταστεί ποιος ήταν ο εκβιαστής και πώς είχε πέσει στα χέρια του η σύμβαση.

Υποπτεύτηκε έναν υπάλληλο με τον οποίο είχε συνεργαστεί όταν την υπέγραψε, αλλά ύστερα από τόσα

χρόνια ούτε μπορούσε να θυμηθεί ποιος ήταν ούτε ήξερε αν είχε φύγει από την εταιρεία ή εάν ζούσε.

Δεν ήξερε πώς να αντιμετωπίσει την κατάσταση. Να δώσει ένα τέτοιο μεγάλο ποσό που του ζητούσε ο

εκβιαστής, του ήταν αδύνατο. Ούτε να το σκεφτεί, αλλά ούτε και να βρει τόσα χρήματα μπορούσε

στη μικρή προθεσμία που του έθεταν στο γράμμα.

Σκέφτηκε να βρει ποιος ήταν μέσω της γραφής ή των αποτυπωμάτων, αλλά ήταν αδύνατο. Η επιστολή δεν

ήταν γραμμένη με το χέρι ούτε με μηχανή. Ο εκβιαστής είχε κόψει γράμματα από εφημερίδες και τα είχε

κολλήσει σ’ ένα φύλλο χαρτί με γάντια, χωρίς ν’ αφήσει αποτυπώματα.

Κόντευε να τρελαθεί. Θα έχανε τα πάντα και στο τέλος θα πήγαινε και φυλακή. Έκανε συνέχεια συσκέψεις μ’

έναν κολλητό του υπάλληλο και μ’ έναν φίλο του αστυνομικό, αλλά δεν μπορούσαν να βγάλουν κανένα

συμπέρασμα. Δεν υπήρχε καμιά λύση. Ή έπρεπε να στείλει αμέσως τα χρήματα στον εκβιαστή ή δεν είχε

άλλη λύση από το να φύγει από τη χώρα όσο γινόταν πιο γρήγορα.

Ο αστυνομικός του συνέστησε να κάνει το δεύτερο, γιατί κι αν ακόμα έβρισκε και έστελνε τα λεφτά στον

εκβιαστή, αυτός δε θα σταματούσε. Μετά από λίγο θα του ζητούσε κι άλλα και κι άλλα· όπως κάνουν όλοι οι

εκβιαστές, δεν σταματούν. Έπειτα είχε και το πρόβλημα του διαζυγίου και την αγωγή «αυτής της γυναίκας»,

όπως την αποκαλούσε. Βρισκόταν σε απόλυτο αδιέξοδο. Έτσι, πήρε την απόφαση να το σκάσει στο εξωτερικό·

και μετά θα έβλεπε.

Προσπάθησε να ρευστοποιήσει όσα περισσότερα εμπορεύματα μπορούσε, ξεπουλώντας τα μισοτιμής, και

ακόμα κατάφερε να πουλήσει μια από τις εταιρείες του σε κυριολεκτικά εξευτελιστική τιμή.

Μάζεψε τα υπάρχοντά του και όσα λεφτά κατάφερε να πάρει κρυφά από τη γυναίκα του και τους συνεργάτες

του και το ’σκασε στο εξωτερικό.

Άλλοι έλεγαν πως πήγε στη Γερμανία, όπου είχε συναλλαγές, άλλοι στη Νότια Αμερική, αλλά κανείς δεν ήξερε

ακριβώς πού πήγε ούτε άκουσε τίποτα γι’ αυτόν. Είναι φανερό πως είχε μάθει ότι ο εκβιαστής του είχε

πραγματοποιήσει την απειλή του και είχε στείλει αντίγραφα της σύμβασης στην εφορία.

Ο τυχερός στην υπόθεση ήταν η γυναίκα του, που δεν είχε βγει ακόμα το διαζύγιό της. Ευχαριστημένη που είχε

γλιτώσει απ’ τον δυνάστη της, αποφάσισε και άλλαξε κυριολεκτικά τη ζωή της από τη μια μέρα στην άλλη.

Έζησε ευτυχισμένη με τον φίλο της και καλοπερνούσαν με τα χρήματα που, πάνω στη βιασύνη του, δεν είχε

προφτάσει να πάρει μαζί του ο άντρας της.

Η θεία δίκη είχε βάλει το χέρι της.

*

Ο Βασίλης Θεοχαράκης γεννήθηκε στον Πειραιά το 1930 ( καταγωγή από τα Χανιά) και είναι απόφοιτος της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Επιτυχημένος επιχειρηματίας και Πρόεδρος των εταιρειών του Ομίλου Θεοχαράκη. Καταξιωμένος ζωγράφος, μαθητής του μεγάλου ζωγράφου Σπύρου Παπαλουκά, με πολλές ατομικές και ομαδικές εκθέσεις στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.

Τελευταίο επίτευγμά του είναι το «Ίδρυμα Εικαστικών Τεχνών & Μουσικής Β. & Μ. Θεοχαράκη».

Έχει τιμηθεί από τη Γαλλική Δημοκρατία με τον τίτλο του Ιππότη της Λεγεώνας της Τιμής και από τον Οικουμενικό Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως με τον τίτλο του Άρχοντα Χαρτουλάριου