Ο κύριος διευθυντής είναι ένα διήγημα από το βιβλίο του Β Θεοχαράκη* με τίτλο: Μικρές ανθρώπινες ιστορίες .
Στο βιβλίο θα διαβάστε 31 διηγήματα που ο Β Θεοχαράκης διάλεξε να εκφραστεί για πολλές πτυχές της ζωής και όπως γράφει χαρακτηριστικά στο πρόλογο· «αισθάνθηκα την ανάγκη να τις διηγηθώ γιατί γράφοντας τες απελευθερώνουμε»

Ο κύριος διευθυντής
Ο κύριος Παύλος ήταν ένας ευπαρουσίαστος πενηντάρης που σου ’δινε την εντύπωση ότι στα νιάτα του μπορεί να ήταν και όμορφος. Λεπτός και ψηλός, όταν περπατούσε ίσιωνε το κορμί του και το κεφάλι του, σαν να ήθελε να βλέπει τους άλλους από ψηλά.
Κάποτε, νέος ακόμα, είχε κάνει κι αυτός όνειρα για μια επιτυχημένη σταδιοδρομία, για μια ζωή στρωμένη με δάφνες. Όμως, όσο περνούσε ο καιρός, τόσο προσγειωνόταν και χαμήλωνε τους στόχους του με κάθε χρόνο που φόρτωνε στην πλάτη του. Το μόνο που είχε καταφέρει ήταν να γίνει ένας καλός προϊστάμενος στο λογιστήριο μιας εταιρείας, πιστεύοντας όμως πάντα ότι κι εκεί αδικούνταν και ότι θα ’πρεπε από καιρό να είχε φτάσει στα πιο υψηλά αξιώματα, όχι μόνο της εταιρείας αλλά του ομίλου.
Στο τέλος είχε περιορίσει τις φιλοδοξίες του στα όρια του απλού οικογενειάρχη, σαν χιλιάδες άλλους. Είχε το δικό του σπίτι κι ένα αυτοκίνητο και θα έπαιρνε κι ένα μικρότερο για τη γυναίκα του. Από την άλλη, με τα παιδιά του, που όσο μεγάλωναν τόσο και περισσότερα ήθελαν, είχε παραιτηθεί απ’ τις νεανικές του ανησυχίες και φιλοδοξίες και κοίταζε να περνάει τον καιρό του όσο πιο ευχάριστα μπορούσε, κάνοντας όμως χιλιάδες υποχωρήσεις στη ζωή του και στις σχέσεις του, που σιγά σιγά τον βάραιναν και του δημιουργούσαν όλο και περισσότερα ψυχολογικά προβλήματα.
Τις παλιές του φιλοδοξίες και τα όνειρά του εξακολουθούσε, κατά περίεργο τρόπο, να τα ζει, όχι όμως στην πραγματικότητα αλλά στον ύπνο του. Ερχόντουσαν έτσι τα βράδια ξαφνικά και νόμιζε ότι τα ζούσε, αφήνοντάς του όμως μια πίκρα στη γλώσσα όταν ξυπνούσε το πρωί.
Από την άλλη, όσο μεγάλωναν τα παιδιά του, τόσο φρόντιζε να τους μεταφέρει τις δικές του φιλοδοξίες, ελπίζοντας ότι αυτά, τουλάχιστον, θα μπορούσαν να τις πραγματοποιήσουν· όχι γιατί πίστευε ότι ήταν πιο ικανά, αλλά πιθανόν πιο τυχερά απ’ αυτόν. Ήταν σχεδόν βέβαιος ότι έτσι θα περνούσε ο καιρός, μέχρι που θα αποφάσιζε ο Θεός να τον πάρει κοντά Του.
Όμως η ζωή τού επιφύλασσε άλλα. Ένα πρωί τον κάλεσε ο διευθυντής του στο γραφείο του και του είπε ότι τον ζητούσε ο πρόεδρος της εταιρείας και ότι του είχε κανονίσει ραντεβού για την επόμενη στις δέκα. Η ανησυχία τον έτρωγε όλη μέρα. Δεν ήξερε τι να σκεφτεί. Το ’πε στη γυναίκα του, το συζήτησαν και τελικά κατέληξαν ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Μήπως ήθελε να τον απολύσει; Προσπαθούσε να θυμηθεί κάτι που είχε κάνει που να έβλαψε την εταιρεία, αλλά δε θυμόταν τίποτα. Ούτε μια στιγμή δε σκέφτηκε ότι θα τον ήθελε για κάτι καλό.
Το άλλο πρωί, φρεσκοξυρισμένος και καλοντυμένος, παρουσιάστηκε στη γραμματέα του προέδρου, με όλη τη σοβαρότητα που επιβάλλουν τέτοιες περιστάσεις.
Ο πρόεδρος τον υποδέχτηκε εγκάρδια και του πρόσφερε θέση. Όσο πέρναγε η ώρα, τόσο ηρεμούσε περισσότερο. Όμως κόντεψε να λιποθυμήσει όταν άκουσε τα καλά λόγια του προέδρου, το πόσο τον εκτιμούσε ως εκλεκτό συνεργάτη και ότι θα ήθελε να του προτείνει τη θέση του γενικού διευθυντή σε μία από τις μεγαλύτερες εταιρείες του ομίλου. Κυριολεκτικά τα έχασε. Ούτε λίγο ούτε πολύ, ο πρόεδρος του πραγματοποιούσε τα όνειρά του. Συγκρατήθηκε όμως και με σταθερή φωνή δέχτηκε τη θέση και τον ευχαρίστησε.
Ο πρόεδρος του εξήγησε ότι ο προηγούμενος διευθυντής ήταν πολύ καλός, αλλά τον είχαν πάρει πια τα χρόνια. Του είπε ότι του έδινε βαρύ φορτίο, ότι δεν ήταν εύκολη η δουλειά, ότι θα έπρεπε να έχει ένα όραμα για την εταιρεία, να είναι συνετός, αυστηρός και συγχρόνως αγαπητός και δίκαιος στο προσωπικό, αν ήθελε να πετύχει. Αυτός τον διαβεβαίωσε για όλα. Θα άρχιζε από την πρώτη του επόμενου μήνα.
Με αγωνία περίμενε να φτάσει εκείνη η μέρα. Έτσι, ξεκίνησε από το σπίτι του πρωί πρωί και πέντε λεπτά πριν ανοίξει η εταιρεία ήταν ήδη εκεί. Η πρώτη δουλειά που έκανε μόλις ανέλαβε τα νέα του καθήκοντα ήταν να προσλάβει μια νέα και ωραία γραμματέα, με το δικαιολογητικό ότι η προηγούμενη ήταν ηλικιωμένη και δεν τα κατάφερνε πια.
Την επόμενη βδομάδα κάλεσε στο γραφείο του όλους τους διευθυντές της εταιρείας, για να τους εξηγήσει πώς θα έπρεπε να δουλεύουν από δω κι εμπρός για να πάει μπροστά η εταιρεία, σαν να μην είχαν οι ίδιοι πείρα τόσων δεκαετιών. Αυτοί του ευχήθηκαν καλή επιτυχία και τον αποχαιρέτησαν, ενώ από μέσα τους αναρωτιόντουσαν τι τον ήθελαν αυτόν τον αλεξιπτωτιστή, πιστεύοντας ότι αυτοί θα τα κατάφερναν καλύτερα. Καθώς έβγαιναν απ’ το γραφείο, τους ξαναφώναξε να τους τονίσει ότι απαιτούσε αυστηρή τήρηση των κανονισμών, πειθαρχία και εργατικότητα. Δικαιολογημένα διερωτήθηκαν γιατί δεν τους είπε και κάτι για την αγάπη και το ενδιαφέρον που θα έπρεπε να δείχνουν προς τους εργαζόμενους και, γενικά, πώς θα τους ενέπνεαν για να δουλέψουν με μεγαλύτερο ζήλο για την εταιρεία. Αυτός, παρά τις κάποιες νύξεις που του έκαναν, δε φάνηκε να δείχνει καμία προσοχή και απλώς τους αποχαιρέτησε.
Τους πρώτους μήνες η εταιρεία δεν πήγε κι άσχημα. Είχε βέβαια μια μικρή πτώση των πωλήσεων, αλλά όχι σημαντική. Όσο πέρναγε ο καιρός όμως, τόσο η κατάσταση χειροτέρευε.
Οι εργαζόμενοι γκρίνιαζαν για τις αμοιβές τους, οι διευθυντές τους πίεζαν να βελτιώσουν την απόδοσή τους, αλλά αυτοί τους έγραφαν στα παλιά τους τα παπούτσια. Οι διαφημιστές δεν είχαν ιδέες, οι προμηθευτές ήταν παλιάνθρωποι και άλλα τέτοια. Έπειτα άρχισαν οι απεργίες και οι στάσεις εργασίας και μια φορά έγινε και κατάληψη των γραφείων. Έτσι, σιγά σιγά, οι δουλειές πήγαιναν απ’ το κακό στο χειρότερο.
Ο γενικός διευθυντής, μέσα στην αλαζονεία του, άφριζε χωρίς να μπορεί να δώσει λύσεις. Κανένας δεν έκανε καλά τη δουλειά του, όλοι ήταν άχρηστοι και ανίκανοι, αλλά ποτέ δεν του πέρασε απ’ το μυαλό ότι κάτι δεν πήγαινε καλά μ’ αυτόν τον ίδιο. Πίστευε ότι ήταν ο Θεός. Ο αλάνθαστος.
Η αλήθεια είναι ότι, όταν από μικρός άρχισε να εργάζεται, οι προϊστάμενοί του ήταν ευχαριστημένοι μαζί του. Ήταν καλός και εργατικός. Το ίδιο καλός ήταν και στη νέα του θέση, όταν πήρε προαγωγή. Λίγο αργότερα, όταν έγινε διευθυντής τμήματος με πολύ μεγαλύτερες αρμοδιότητες, έδινε την εντύπωση ότι απέδιδε. Κατάφερνε, άλλοτε με τη σοβαρότητά του και άλλοτε με τις φωνές που έβγαζε, να κρύβει τις δικές του αδυναμίες. Ένας τέτοιος ολοκληρωμένος άνθρωπος δεν είναι δυνατό να κάνει γκάφες! Ήταν ο άνθρωπος που θα μπορούσε κάποια μέρα να διευθύνει τον όμιλο, έτσι πίστευε. Μ’ αυτή του την τακτική είχε δημιουργήσει την εντύπωση τίμιου και σπουδαίου.
Το πόσο λίγος ήταν και πόσο μεγάλη ήταν η έλλειψη ηγετικών και άλλων προσόντων φάνηκε τότε μόνο, όταν το αφεντικό του τού έδωσε τη γενική διεύθυνση της εταιρείας. Όσο ο καιρός πέρναγε, τόσο φαινόταν η γύμνια του. Τελικά πήγε την εταιρεία κατά διαβόλου. Ο πρόεδρος του ομίλου ήταν ένας άνθρωπος πράος και ικανός και, παρά τα χρόνια του, δεν έπαψε να εποπτεύει, χωρίς βέβαια να μετέχει άμεσα στη διοίκηση.
Με μεγάλη του λύπη διαπίστωνε ότι η ιστορία επαναλαμβανόταν ακόμα μια φορά. Ότι όλοι προσπαθούν ν’ ανεβούν πιο ψηλά, μέχρι να φτάσουν στο επίπεδο εκείνο για το οποίο είναι ανίκανοι. Πίστευε ότι ο κάθε εργαζόμενος, ενώ είναι ικανός για μια θέση, για τη θέση που αναλογεί στον ορίζοντα των ικανοτήτων του, όταν ανέβει πιο ψηλά, με θεμιτά ή αθέμιτα μέσα, τότε, χωρίς καν να το καταλάβει, έχει βρεθεί στη θέση για την οποία είναι ανίκανος και τότε μόνο φανερώνεται η ανεπάρκειά του. Όλο και του ερχόταν στο νου η παροιμία που του έλεγε η γιαγιά του η Μυκονιάτισσα: «Παιδί μου, όσο ανεβαίνει η μαϊμού, τόσο φαίνεται ο κώλος της». Έτσι έγινε και τώρα. Τελικά δεν μπόρεσε να τον αντέξει άλλο και τον αντικατέστησε όταν τα πράγματα είχαν φτάσει πια στο απροχώρητο.
Αυτός δέχτηκε το πλήγμα με στωικότητα, χωρίς όμως ποτέ να καταλάβει ότι αυτός ο ίδιος ήταν η αιτία.
*Ο Βασίλης Θεοχαράκης γεννήθηκε στον Πειραιά το 1930 ( καταγωγή από τα Χανιά) και είναι απόφοιτος της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Επιτυχημένος επιχειρηματίας και Πρόεδρος των εταιρειών του Ομίλου Θεοχαράκη. Καταξιωμένος ζωγράφος, μαθητής του μεγάλου ζωγράφου Σπύρου Παπαλουκά, με πολλές ατομικές και ομαδικές εκθέσεις στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.
Τελευταίο επίτευγμά του είναι το «Ίδρυμα Εικαστικών Τεχνών & Μουσικής Β. & Μ. Θεοχαράκη».
Έχει τιμηθεί από τη Γαλλική Δημοκρατία με τον τίτλο του Ιππότη της Λεγεώνας της Τιμής και από τον Οικουμενικό Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως με τον τίτλο του Άρχοντα Χαρτουλάριου.
(Πίνακας εξωφύλλου του βιβλίου: Βασίλης Θεοχαράκης, Μύρτος Κεφαλλονιάς, 21/8/2008 – λεπτομέρεια).
