Με ρεζίλεψες ρε Πατρινέ!

Απόσπασμα από το βιβλίο του Κ. Μπερτσιά: ένα αμπελοτόπι είναι η ζωή

Πρέπει να ήταν αρχές του καλοκαιριού του 1982, όταν το μεγαλύτερο θέμα του αστυνομικού ρεπορτάζ στις εφημερίδες ήταν ο δράκος της παραλιακής. Είχε περάσει σχεδόν ένας χρόνος από τη δολοφονία μιας κοπέλας που είχε προηγουμένως βιαστεί κοντά στο κέντρο διασκέδασης «Νεράιδα». Ακολούθησαν άλλοι δύο ή τρεις φόνοι και καμιά δεκαριά απόπειρες, πάντα εναντίον νεαρών κοριτσιών στην παραλιακή, χωρίς η αστυνομία —παρά τη μεγάλη κινητοποίηση— να καταφέρει να συλλάβει τον δράστη.

Ήταν το μεγαλύτερο θέμα για τις εφημερίδες αλλά και το πιο σύνηθες θέμα συζήτησης των Αθηναίων. Φυσικό ήταν, λοιπόν, και στα γραφεία της ασφαλιστικής εταιρίας, μεταξύ των υπαλλήλων, ο «δράκος της παραλιακής» να βρίσκεται στο καθημερινό μενού.

Ο Αντώνης, που πλησίαζε τα εξήντα πέντε, ήταν προϊστάμενος στον κλάδο ασφαλίσεων μεταφορών. Άνθρωπος sui generis, όπως άρμοζε σε έναν επαγγελματία που ασχολιόταν με την κορωνίδα των ασφαλίσεων — τις ασφαλίσεις cargo. Ελάχιστοι άνθρωποι στην αγορά είχαν τις γνώσεις και την εμπειρία που επέτρεπαν να σταδιοδρομήσουν σε αυτόν τον τομέα και ένας από αυτούς ήταν και ο Αντώνης.

Ο Αντώνης είχε ενοχληθεί πάρα πολύ από τη δράση του «δράκου» και, μετά την πρωινή καλημέρα στους συναδέλφους, η επόμενη κουβέντα του ήταν πάντα η ίδια: αν υπάρχει κάποιο νέο για τη σύλληψη αυτού του «καθάρματος», όπως χαρακτηριστικά τον αποκαλούσε. Το έντονο ενδιαφέρον του είχε εξήγηση: η μοναχοκόρη του ήταν στην τελευταία τάξη του Λυκείου, την υπεραγαπούσε και το σπίτι τους βρισκόταν κοντά στην περιοχή δράσης του «δράκου». Στο μυαλό του είχε καλλιεργήσει το σενάριο ότι η κόρη του μπορεί να είναι ένα από τα θύματα.

Δίπλα στο γραφείο του Αντώνη ήταν το γραφείο του Βασίλη, προϊσταμένου του κλάδου αστικής ευθύνης και γενικών ατυχημάτων. Ο Βασίλης, γερμανοτραφής, γύρω στα σαράντα, με καταγωγή από την Πάτρα, είχε ιδιαίτερη αδυναμία στις φάρσες — συχνά ξεπερνούσαν τα ανεκτά όρια.

Καθημερινά ο Βασίλης άκουγε τις ανησυχίες του Αντώνη για την εξέλιξη των γεγονότων. Ένα πρωινό, ο Αντώνης του είπε ότι επισκέφθηκε το αστυνομικό τμήμα της περιοχής του και προσφέρθηκε να συνδράμει το έργο της αστυνομίας:

— «Μπορώ να έρθω περιπολία μαζί σας;» τους είπα.

Με προσποιητό ενδιαφέρον τον ρώτησε ο Βασίλης:

— «Το δέχθηκαν;»

— «Όχι, αλλά επέμεινα και τελικά κράτησαν τα στοιχεία μου. Μου είπαν πως, αν χρειαστούν βοήθεια, θα με φωνάξουν».

Το επόμενο Σαββατοκύριακο ο «δράκος» ξαναχτύπησε, αυτήν τη φορά όμως στα βόρεια προάστια. Ευτυχώς, το θύμα του, μια νεαρή δεκαέξι ετών, κατάφερε να ξεφύγει την τελευταία στιγμή.

Το πρωί της Δευτέρας, ο Αντώνης έξαλλος για την ανεπάρκεια της αστυνομίας, μπαίνει στο γραφείο του Βασίλη φωνάζοντας:

— «Βασίλη, σήμερα θα ξαναπάω στην αστυνομία και θα επιμείνω να με πάρουν εθελοντή στην καταδίωξη του κτήνους. Θέλεις να έρθεις κι εσύ;»

Ο Βασίλης το αρνήθηκε ευγενικά, χωρίς όμως να αποτρέψει τον Αντώνη από την επίσκεψή του.

Λίγες μέρες αργότερα, ο Βασίλης τηλεφώνησε στον Αντώνη, αλλάζοντας τη φωνή του και συστηνόμενος ως γραμματέας του υπουργού Δημόσιας Τάξεως, Γιάννη Σκουλαρίκη. Του ανακοίνωσε ότι ο υπουργός πληροφορήθηκε πως προσφέρθηκε να βοηθήσει στη σύλληψη του «δράκου», εντυπωσιάστηκε από την πράξη του και θέλει να τον γνωρίσει, να τον ευχαριστήσει και να του απονείμει έναν έπαινο για την πρωτοβουλία του:

— «Μακάρι κι άλλοι πολίτες να λειτουργούσαν όπως εσείς, κύριε Αντώνη. Ο υπουργός θα σας περιμένει αύριο, στις δώδεκα και μισή, στο γραφείο του».

Ο Αντώνης, συγκινημένος, ορμά στο γραφείο του Βασίλη φωνάζοντας:

— «Βασίλη, με φώναξε ο υπουργός! Αύριο το μεσημέρι πάω στο γραφείο του!»

Ο Βασίλης, παριστάνοντας τον ανήξερο:

— «Ποιος υπουργός; Τι είναι αυτά που λες;»

Ο Αντώνης, μέσα στη χαρά του, άρχισε να επαναλαμβάνει όλη τη στιχομυθία με τον υποτιθέμενο γραμματέα. Ο Βασίλης, κρύβοντας το χαμόγελό του κάτω από το παχύ μουστάκι, επαναλάμβανε με σοβαρό ύφος:

— «Μπράβο, Αντώνη… μπράβο!»

Την επόμενη μέρα, γύρω στη μία και μισή, ο Αντώνης διασχίζει βλοσυρός την αίθουσα και μπαίνει στο γραφείο του Βασίλη σχεδόν τρέχοντας, φωνάζοντας:

— «Πατρινέ, θα σε σκοτώσω! Με ρεζίλεψες!»