Η «εχθροπαθής χαρά» του Λ.-Φ. Σελίν του Αντώνη Καραβασίλη

Η «εχθροπαθής χαρά» του Λ.-Φ. Σελίν

Παρίσι, 12 Ιουνίου 2019. Ακολουθώντας τα ίχνη του Σελίν ανέβηκα το πρωί στη Μονμάρτη, εκεί που έζησε τα πιο δημιουργικά χρόνια της ζωής του. Πρώτα στην οδό Λεπίκ 98, όπου εγκαταστάθηκε το 1929 μαζί με την αμερικανίδα χορεύτρια Ελίζαμπεθ Κρέιγκ (Elisabeth Craig), τον μεγάλο του έρωτα (είχε ανέκαθεν ιδιαίτερη αδυναμία στις χορεύτριες). Μάταια θ’ αναζητήσει κανείς μια αναμνηστική πλάκα που να θυμίζει το πέρασμά του. Απόν από τη συλλογική μνήμη της πόλης και της γειτονιάς που αγάπησε. Πώς όμως να μνημονεύσεις τον Αντίχριστο της λογοτεχνίας; Εξακολουθεί να είναι μέχρι σήμερα αποδιοπομπαίος τράγος. Κι όμως, σ’ αυτό το σπίτι γράφτηκαν δύο από τα συγκλονιστικότερα μυθιστορήματα του 20ού αιώνα: Το Ταξίδι στην άκρη της νύχτας και Ο θάνατος σε δόσεις.

Η Ελίζαμπεθ, λίγο καιρό πριν πεθάνει, στα τέλη της δεκαετίας του ’80, περιέγραψε σε συνέντευξή της τον τρόπο που έγραφε ο Σελίν: «Κλεινόταν στο δωμάτιό του και μου έλεγε “βγες αν θες, πήγαινε μ’ όποιον θες, κάνε ό,τι θες”. Όταν επέστρεφα αντίκριζα έναν άλλον άνθρωπο, κάθιδρο, με αλλοιωμένα τα χαρακτηριστικά του προσώπου. Τα χειρόγραφά του ήταν κρεμασμένα με μανταλάκια πάνω σε σχοινιά που τοποθετούσε στους τοίχους». Τρόπος γένεσης, κι αυτός, της μεγάλης λογοτεχνίας.

Καμιά πενηνταριά μέτρα πιο πάνω, στην οδό Ζιραρντόν 4, πέρασε τα χρόνια της Κατοχής. Εγκατέλειψε κακήν κακώς αυτό το διαμέρισμα τον Ιούνιο του 1944, ακολουθώντας την κυβέρνηση του Βισύ στον περίφημο πύργο του Ζιγκμαρίγκεν. Άφησε πίσω του πολλά χειρόγραφα, τα οποία χάθηκαν μετά τη λεηλασία που υπέστη ο χώρος κατά την απελευθέρωση. Ο Σελίν δεν έπαψε ποτέ να διαμαρτύρεται έντονα γι’ αυτό, εκτοξεύοντας κατηγορίες προς όλες τις κατευθύνσεις. Όλοι μιλούσαν για φαντασιώσεις ενός συγγραφέα ο οποίος έπασχε από σύνδρομο καταδίωξης. Ωστόσο δικαιώθηκε, αφού πολλά απ’ αυτά τα χειρόγραφα επανεμφανίστηκαν μυστηριωδώς το 2020, αποτελώντας το λογοτεχνικό γεγονός της χρονιάς.

Έμπλεος συναισθημάτων χαράς και ευφορίας, λες κι είχα συναντήσει τον Σελίν αυτοπροσώπως, κατηφόρισα από τη Μονμάρτη και κατευθύνθηκα στα νοτιοδυτικά προάστια του Παρισιού, στο Μεντόν (Meudon), κοντά στις όχθες του Σηκουάνα. Εκεί, σε μια διώροφη επαυλή της οδού ντε Γκαρντ 25, ο Σελίν πέρασε τα τελευταία δέκα χρόνια της ζωής του μετά την επιστροφή από την αυτοεξορία του στη Δανία. Στο ισόγειο δεχόταν τους λιγοστούς ασθενείς του –ήταν γιατρός– δύο φορές τη βδομάδα, συχνά χωρίς αμοιβή. Τις περισσότερες ώρες έγραφε με συντροφιά τρία σκυλιά, αναρίθμητα γατιά, έναν σκαντζόχοιρο κι έναν παπαγάλο – ίδιον των μισάνθρωπων η φιλοζωία! Η σύζυγός του, Λουσέτ Αλμανσόρ (Lucette Almanzor), παρέδιδε μαθήματα κλασικού χορού στον πάνω όροφο (πάντα χορεύτριες στο πλευρό του Σελίν).

Φτάνοντας, βρήκα την αυλόθυρα ανοιχτή. Τη διάβηκα διστακτικά και πλησίασα στο σπίτι. Ο χώρος οικείος, από πολλές φωτογραφίες που είχα δει στο παρελθόν. Με τρεμάμενο χέρι χτύπησα το κουδούνι. Εμφανίστηκε μια γυναίκα που φρόντιζε την υπέργηρη Λουσέτ, 107 ετών τότε. Συστήθηκα τραυλίζοντας και την παρακάλεσα να μου επιτρέψει, αν ήταν δυνατόν, να επισκεφτώ τους εσωτερικούς χώρους. Εντελώς αρνητική αρχικά, μου είπε ότι αυτό απαγορευόταν. Μου εξήγησε επίσης ότι η κυρία Ντετούς (Destouches ήταν το πραγματικό επώνυμο του Σελίν) ήταν σε άσχημη κατάσταση και δεν επικοινωνούσε με το περιβάλλον. Τελικά, διακρίνοντας την έκδηλη απογοήτευσή μου, συγκάτενευσε υπό τον όρο ότι θα ρίξω μια κλεφτή ματιά και θα φύγω. Μισάνοιξε την πόρτα και τότε την αντίκρισα καθισμένη σε αναπηρικό καροτσάκι, μ’ ένα αθώο χαμόγελο στο καταρρακωμένο πρόσωπο. Προσπάθησα να διακρίνω στα απλανή βλέμμα της ίχνη από τον περιπετειώδη βίο στο πλευρό του Δαίμονα. Ένα στιγμιαίο σπινθηροβόλημα ήταν μάλλον προϊόν της δικής μου φαντασίας. Συνάντηση χωρίς συνομιλία, που προκάλεσε ωστόσο ισχυρά ρίγη συγκίνησης.

Κατόπιν, επιβεβλημένη επίσκεψη στο κοιμητήριο του Μεντόν. Πάνω στη λιτή γρανιτένια ταφόπλακα η Λουσέτ φρόντισε να χαραχτεί και το δικό της όνομα: Lucie Destouches, née Almansor, 1912–2019. – δεν πίστεψε η καημένη πως θα κατάφερνε να διαβεί το κατώφλι του 21ου αιώνα. Πέθανε τέσσερις μήνες αργότερα, στις 8 Νοεμβρίου 2019.

Η χαρά και η ευφορία που με διακατείχαν το πρωί στη Μονμάρτη είχαν μετατραπεί σε χαρμολύπη. Αναρωτήθηκα αν ο Σελίν, που η ζωή του όλη ήταν θάνατος σε δόσεις, είχε νιώσει το αίσθημα της χαράς. Στα γραπτά του, κυρίως στα απεχθή αντισημιτικά λιβελογραφήματα, το μίσος ξεχειλίζει. Μισάνθρωπος, μισούσε και τη λογοτεχνία, ακόμη και τους ίδιους τους αναγνώστες. «Μου λείπουν ακόμα κάμποσες έχθρες, είμαι σίγουρος πως υπάρχουν», είναι η εναρκτήρια φράση του Mea Culpa, βιβλίου στο οποίο περιγράφει τις εντυπώσεις του από ένα ταξίδι στην ΕΣΣΔ. Ανακάλυψα αργότερα σ’ ένα γραπτό του την ομολογία πως η μόνη χαρά που ένιωθε ήταν η «εχθροπαθής χαρά». Σε μας παραμένει η ανεξίτηλη χαρά της ανάγνωσης.

Ο Αντώνης Καραβασίλης (Λιβαδειά, 1958) είναι εθνολόγος και μεταφραστής. Έχει μεταφράσει έργα των R. Debray, P. Modiano, F.-R. de Chateaubriand, J. Kristeva, H. de Balzac, E. Cioran, E. Ionesco κ.