Μέρος πρώτο.
«Στη μέση του χειμώνα, ανακάλυψα μέσα μου ένα ακατάβλητο καλοκαίρι.»
— Αλμπέρ Καμύ
Ήταν μεσημέρι κι ο παλιόκαιρος δεν έλεγε να κοπάσει. Από το βράδυ είχε αρχίσει να χιονίζει, και με το πρώτο φως σηκώθηκε διαολεμένος βοριάς, που μέσα σε λίγες ώρες στοίβαξε τόσο χιόνι, που δεν περνούσε πια ζωντανό πλάσμα απ’ τα στενά σοκάκια του χωριού.
Το χωριό κούρνιαζε στην αγκαλιά μιας απότομης ορθοπλαγιάς. Κρυμμένο σ’ ένα εγκάρσιο μικρό οροπέδιο, έμοιαζε από μακριά σαν σκαλοπάτι στο μεσοδιάστημα μιας βίαιης κατακόρυφης ανηφόρας – κάτι ανάμεσα σε παύση και καταφυγή μέσα στη βίαιη μορφολογία του βουνού.
Στα χρόνια της τουρκοκρατίας στάθηκε ιδανικό καταφύγιο. Οι κατακτητές δεν είχαν καμιά διάθεση ν’ ανέβουν ως εκεί – κανένας δεν τολμούσε να διασχίσει τα κακοτράχαλα μονοπάτια, ούτε να γλιστρήσει στις σάρες και τις χαράδρες που ξεδιπλώνονταν απειλητικά κάτω απ’ τα πόδια του. Και τι να κερδίσει άλλωστε εκεί πάνω; Το τοπίο απαιτούσε κόπο χωρίς ανταπόδοση. Έτσι, οι κάτοικοι έμειναν ελεύθεροι.
Σιγά σιγά, αυτή η φωλιά του βουνού έγινε μεγαλοχώρι. Τα σπίτια χτίστηκαν με πέτρες μεγάλες, βαριές, κάποιες φυσικά τοποθετημένες έτσι που σχημάτιζαν θεόρατα κυκλώπεια τείχη. Σε κάποιες περιπτώσεις, και οι στέγες ήταν σκεπασμένες με πλατιές πλάκες – έμοιαζαν σχεδόν με σπηλιές που ξεφύτρωναν απ’ τη γη. Με ελάχιστες παρεμβάσεις, οι πρώτοι κάτοικοι κατάφεραν να τα μετατρέψουν σε λειτουργικές κατοικίες.
Πηγές με άφθονο νερό ανάβλυζαν στα ανατολικά, ενώ στα βόρεια απλωνόταν ένα δάσος με αγριοκαστανιές και καρυδιές. Τροφή για τους ανθρώπους και τα ζωντανά – δωρεάν, γενναιόδωρη, σταθερή. Κάποτε εδώ ζούσαν πάνω από χίλιοι νοματαίοι, την εποχή που ο κάμπος αιμορραγούσε ακόμη από τις λεπίδες των κατακτητών.
Μα όταν ήρθε η λευτεριά στους ραγιάδες, το χωριό άρχισε να αδειάζει. Οι απείθαρχοι ορεσίβιοι καλοέβλεπαν πια τις ανέσεις των πεδινών. Έτσι, σιγά σιγά, μετακόμισαν στις πόλεις, σε χωριά οργανωμένα, νοικοκυρεμένα, τακτοποιημένα. Κι εκείνοι που κάποτε αρνούνταν ζυγό, τώρα προσαρμόστηκαν στην πειθαρχία των αστών.
Σήμερα, έχουν απομείνει μόλις δεκατρείς ψυχές – και όλοι πάνω από εβδομήντα. Γέροι πια, που δεν θέλουν να «μπούν σε ζεύλα», όπως λέει ο Μπαρμπαλιάς, ο γηραιότερος όλων, σχεδόν ενενήντα πέντε. Δεν θέλουν ζυγούς και συμβιβασμούς, ούτε ψεύτικες καλημέρες και μασημένες λέξεις. Θέλουν να είναι ελεύθεροι. Και κυρίως – ήσυχοι.
Μόνη εξαίρεση: ο μικρός Ταξιάρχης. Δεκαοχτώ χρονών, εγγονός της κυρά Μαρίας και του μπάρμπα Γρηγόρη. Οι γονείς του σκοτώθηκαν πριν μερικά χρόνια σε αεροπορικό δυστύχημα, κι εκείνο το καλοκαίρι ήρθε να μείνει με τους παππούδες του. Όταν τελείωσε το σχολείο, όλοι τον προέτρεψαν να κατέβει στην πόλη. Εκείνος όμως αρνήθηκε πεισματικά – και μάλιστα απείλησε πως, αν τον ανάγκαζαν, θα έδινε τέλος στη ζωή του.
Κι έτσι έμεινε. Στο χωριό των γερόντων. Κι από τότε, τίποτα δεν ήταν πια το ίδιο.
Ο Ταξιάρχης έγινε η ψυχή του χωριού. Σιγά-σιγά παρέσυρε τους παππούδες – άρχισαν να νεανίζουν ή, μάλλον, να παλιμπαιδίζουν. Τον ακολουθούσαν, τον μιμούνταν, του έδειχναν εμπιστοσύνη. Κι εκείνος, σαν αρχηγός φυλής, τους έδινε έναν λόγο να σηκώνονται κάθε πρωί.
Η ησυχία των νυχτών χάθηκε. Η μουσική των Coconaut Rockers, του Joe Strummer, των Clash αντηχούσε ως τις ρεματιές. Το γλέντι κράταγε ώρες. Ήταν ένα καινούριο είδος ζωής – τραχύ, εφηβικό, αταξινόμητο.
Στη βόρεια πλευρά του οικισμού υπήρχε μια φυσική σπηλιά που άλλοτε χρησίμευε ως αποθήκη για καρύδια και κάστανα. Με τον Ταξιάρχη έγινε κάτι άλλο: έγινε μουσική αποθήκη – με ενισχυτές, δίσκους, ξύλινα τραπέζια και στρώματα για ξάπλα.
Εκεί μαζεύτηκαν από χθες το βράδυ. Όλοι. Ο Ταξιάρχης και οι γέροντες. Γλέντι δυνατό, μέχρι πρωίας. Τόσο είχαν δοθεί στο τραγούδι και στο ποτό, που δεν πήραν είδηση το χιόνι. Έπεφτε αθόρυβα – και τους έκλεισε την έξοδο. Όπως δεν το κατάλαβαν, ούτε όταν έφτασε το ξημέρωμα.
Γύρω στις πέντε, ο μπάρμπα Λευτέρης –ο νεότερος της παρέας, μόλις εβδομήντα– πήγε να ανοίξει τη μικρή πόρτα. Τράβηξε. Τίποτα. Το χιόνι είχε φτάσει ως την κορφή.
Γύρισε μέσα, προσπαθώντας να τους ειδοποιήσει. Μα κανείς δεν τον άκουσε. Η μουσική ήταν ακόμη δυνατά. Κάποιοι κοιμούνταν στο πάτωμα, άλλοι ήσαν ακόμη ζαλισμένοι. Τα πρόσωπα τους θολά, σαν να αιωρούνταν ανάμεσα σε όνειρο και παραίσθηση.
Κι ο Λευτέρης στεκόταν μόνος, με το χέρι στην πόρτα, κοιτάζοντας το λευκό φράγμα.
Και τότε κατάλαβε πως κάτι –ίσως και όλα– είχε μόλις αρχίσει.
……Συνεχίζεται
Παρνηθέας Αλλοτινός
