Η Αλόμα και τα καλόπαιδα της Συγγρού (διήγημα)

 Το πιο κάτω διήγημα είναι από το υπό έκδοση βιβλίο του Κ Μπερτσιά με τίτλο: ένα αμπελοτόπι είναι η ζωή!

Λίγο πριν τα Χριστούγεννα του 1980, τα δύο μεγάλα πολυκαταστήματα του κέντρου της Αθήνας, το Μινιόν και ο Κατράτζος, παραδόθηκαν στις φλόγες. Η καταστροφή ήταν ολοκληρωτική, κι όλα έδειχναν εμπρησμό.

Δύο μέρες αργότερα, την ευθύνη για τις πυρκαγιές ανέλαβε η μυστηριώδης «Επαναστατική Ομάδα Οκτώβρης ’80». Όπως ανέφερε η εφημερίδα Το Βήμα στις 23 Δεκεμβρίου εκείνης της χρονιάς, η οργάνωση ήταν άγνωστη μέχρι τη μέρα που τα πολυκαταστήματα έγιναν στάχτη.

Σύντομα ακολούθησαν κι άλλοι εμπρησμοί — πάντα συνοδευόμενοι από προκηρύξεις με απειλές για νέα χτυπήματα, ώσπου, όπως έγραφαν, το προλεταριάτο να απελευθερωθεί από τους δυνάστες του και να κοινωνικοποιήσει τα μέσα παραγωγής, για να οικοδομηθεί, επιτέλους, η αταξική κοινωνία.

Οι Αρχές βρέθηκαν σε δύσκολη θέση. Οι έρευνες σκόνταφταν σε αδιέξοδα, τα σενάρια οργίαζαν, και η παράλληλη δράση της οργάνωσης «17 Νοέμβρη» συνέτεινε στη σύγχυση. Φόβος άρχισε να απλώνεται στην κοινωνία — φόβος άγνωστος, πρωτόγνωρος. Πολλές επιχειρήσεις έλαβαν μέτρα αυτοπροστασίας.

Ήταν τότε που βρεθήκαμε, πολλά βράδια, στα γραφεία της εταιρείας όπου εργαζόμουν, στην οδό Συγγρού, για να στήσουμε νυχτερινές βάρδιες φύλαξης. Μικρές ομάδες υπαλλήλων –τρεις, τέσσερις κάθε φορά– συνδράμαμε τον φύλακα για να προστατεύσουμε τον χώρο από πιθανούς εμπρηστές.

 

Δεν θυμάμαι ποιος πρότεινε πρώτος την ιδέα για τις βάρδιες, μα η προθυμία όλων να προστατεύσουμε την περιουσία της εταιρείας ήταν σχεδόν καθολική. Χωριστήκαμε σε ομάδες περιφρούρησης και κάθε βράδυ είχαμε ραντεβού στη Συγγρού. Η πρωτοβουλία μας μπορεί να φαινόταν σε αντίθεση με τα συνθήματα των προκηρύξεων — «κάτω η εκμετάλλευση, φωτιά στα σύμβολα του καπιταλισμού» — αλλά, τέλος πάντων, αυτή είναι μια άλλη ιστορία.

Η αλήθεια είναι πως οι άνθρωποι που δούλευαν στην εταιρεία ένιωθαν ότι το γραφείο ήταν προέκταση του σπιτιού τους. Για μερικούς, ίσως και το αντίστροφο — το σπίτι τους δεν ήταν παρά μια προέκταση του γραφείου. Μια τέτοια κουλτούρα, σπάνια σήμερα, είχε καλλιεργηθεί από τον ιδιοκτήτη και συντηρούνταν μεθοδικά. Ήταν, κατά κάποιον τρόπο, το καύσιμο που έδινε ώθηση στην επιχείρηση. Έτσι, από τον κλητήρα και τον νεοσύλλεκτο ασφαλιστή μέχρι τον γενικό διευθυντή, όλοι νοιάζονταν… για το “σπίτι” τους.

Η βάρδια μας ξεκινούσε γύρω στις εννιάμισι — λίγο μετά άρχιζαν να καταφθάνουν και οι τραβεστί. Έτσι τους αποκαλούσαμε τότε, σύμφωνα με το πολιτικά ορθό της εποχής. Ήταν η ώρα που η μεγάλη πιάτσα της Συγγρού έπαιρνε ζωή, απ’ το ύψος του Intercontinental ως το Δέλτα.

Πρώτο πράγμα που παρατηρήσαμε ήταν η έντονη αντιπαλότητα με τις ιερόδουλες — μια άλλη κατηγορία εργαζόμενων, με τη δική της κοινωνική προσφορά. Αν και φαινομενικά η διαμάχη τους αφορούσε την πιάτσα, η αλήθεια ήταν αλλού. Στον ανταγωνισμό για την πελατεία. Στο χρήμα. Πάντα εκεί καταλήγουν όλα.

Μέσα σ’ αυτό το σκηνικό, ξεχώριζε μια μορφή θρυλική: η Αλόμα.

Είχε έρθει από τη Θεσσαλονίκη σχεδόν δέκα χρόνια πριν και, με τον δυναμικό χαρακτήρα της, είχε καθιερωθεί ως η αρχηγός της Συγγρού. Αγωνιζόταν για τα δικαιώματα και την αξιοπρέπεια των τραβεστί, συγκρουόταν καθημερινά με την αστυνομία και με τις ιερόδουλες — ώσπου, τελικά, κατάφερε να διαπραγματευτεί μια άτυπη εκεχειρία, ένα modus operandi. Ορίστηκαν, λέει, ακόμα και γεωγραφικά όρια για την «επικράτεια» κάθε πλευράς…

 

Η ομάδα στην οποία ανήκα απαρτιζόταν από τέσσερα άτομα. Επικεφαλής ήταν ο Κώστας, με καταγωγή από τη Λαμία, ένας από τους πρώτους υπαλλήλους της εταιρείας και άνθρωπος με υπερβάλλοντα ζήλο για τα εταιρικά συμφέροντα. Μας μίλησε με ενθουσιασμό και πρακτικότητα για το πώς θα κινούμασταν στη βραδινή βάρδια. Μας έδωσε οδηγίες και δεν παρέλειψε να μας προετοιμάσει για τους ανθρώπους της νύχτας.

Θυμάμαι ακόμα τα λόγια του, ειπωμένα με εκείνο το μείγμα σοβαρότητας και γλυκιάς επιείκειας:
— «Είναι πολύ καλά παιδιά… και μας προσέχουν. Συνήθως τους φτύνουν όλοι, τους κρίνουν χωρίς να ξέρουν. Δεν πρέπει. Έχουν κι αυτοί τα δίκια τους. Θα δείτε ποιοι τους πλησιάζουν τη νύχτα… και θα καταλάβετε.»

Το δεύτερο βράδυ της φύλαξης, Σάββατο πια, η Συγγρού έσφυζε από ζωή. Δεκάδες αυτοκίνητα ανεβοκατέβαιναν τη λεωφόρο, τα παζάρια στις πιάτσες φούντωναν, οι φωνές, τα φώτα και οι υποσχέσεις του δρόμου είχαν πιάσει δουλειά.

— «Πολύ δουλειά απόψε…» λέει γελώντας ο Κώστας. «Θα βγάλουν καλό μεροκάματο — ή μάλλον νυχτοκάματο — και οι δικές μας.»

Ήταν σχεδόν μεσάνυχτα όταν η πόρτα του κτιρίου μας άνοιξε απότομα και μπήκε μέσα ένας ψηλός, καλοχτενισμένος τύπος, ντυμένος με θεατρική υπερβολή. Η εμφάνιση πρόδιδε τραβεστί — αλλά η παρουσία του ήταν κάτι πολύ περισσότερο.

— «Γεια χαρά, καλόπαιδα της Συγγρού, από ένα… κωλόπαιδο της Συγγρού!» είπε, χαιρετώντας μας με σκέρτσο και μπρίο.

— «Ε, όχι και κωλόπαιδο, Αλόμα!» του απάντησε γελώντας ο Κώστας. «Μακάρι να ήταν όλοι οι άνθρωποι σαν κι εσένα. Τι έγινε και μας τίμησες; Έξω γίνεται χαμός, κι εσύ την έκανες απ’ την πιάτσα;»

— «Κωνσταντίνε μου, απόψε δεν έχω κέφι… Ο τελευταίος πελάτης μ’ εκνεύρισε. Πολλή ανωμαλία, βρε αδελφέ! Τον σχόλασα νωρίς. Είδα και νέα πρόσωπα στην παρέα… Δεν θα με τους συστήσεις;»

Ο Κώστας έκανε τις συστάσεις. Ο Μήτσος, ο φύλακας του κτιρίου, την παρακάλεσε να καθίσει στον δερμάτινο διθέσιο καναπέ, ενώ της πρόσφερε ένα ποτήρι νερό.

 

— «Α, και που είστε…» είπε χαμογελώντας με μισόκλειστα μάτια η Αλόμα. «Γνώρισα και το αφεντικό σας!»

— «Ποιο αφεντικό, καλέ;» την πειράζει ο Κώστας. «Στην Συγγρού ένα είναι το αφεντικό, και λέγεται Αλόμα!»

— «Έλα, άσε τα αστεία. Μιλάω σοβαρά. Τον Δημήτρη, τον ψηλόλιγνο… Μου τον σύστησε ο μπάρμπα Μήτσος, προχτές το βράδυ γύρω στις έντεκα, που έφευγε. Μου φάνηκε καλός άνθρωπος. Μου μίλησε εγκάρδια, λες και με ήξερε χρόνια. Με ευχαρίστησε κιόλας, γιατί –λέει– είχα πει σε κάποιους δικούς σας να μην ανησυχούν. Πως εμείς, εδώ κάτω, προσέχουμε τα γραφεία σας. Δεν πρόκειται να τα αγγίξει κανείς… Το ίδιο λέω και σε σας τώρα: Σάββατο βράδυ και να είστε εδώ; Κρίμα. Εμείς είμαστε εδώ. Μην φοβάστε τίποτα.»

— «Σ’ ευχαριστούμε, Αλόμα,» της λέει ήρεμα ο Κώστας. «Αλλά κι εσείς έχετε τη δουλειά σας. Οι πελάτες προηγούνται. Εμείς θα συνεχίσουμε τις βάρδιες μέχρι να ξεκαθαρίσει η κατάσταση. Να, πριν ένα μήνα, κάψανε τον Λαμπρόπουλο στον Πειραιά… Δύσκολοι καιροί. Είμαστε και ασφαλιστική εταιρεία, ανησυχούμε και για τους πελάτες μας.»

— «Ε, αφού είστε ασφαλιστική, βρείτε μας κι εμάς ένα ειδικό ασφαλιστήριο!» είπε με μισό αστείο και μισή σοβαρότητα η Αλόμα. «Το είπα και στον Δημήτρη προχθές, χαριτολογώντας. Κι εκείνος το πήρε στα σοβαρά! Άρχισε να ρωτά διάφορα για τη δουλειά μας… Ψάχνεται ο τύπος. Θα πάει ψηλά!»

[…]

 


Η πόρτα είχε μόλις κλείσει πίσω της κι εμείς μείναμε αμίλητοι, σχεδόν απορημένοι. Κάποιοι ίσως ένιωσαν άβολα, κάποιοι άλλοι μια περίεργη συγκίνηση. Πάντως όλοι σωπάσαμε. Η πρώτη σιωπή της νύχτας έπεσε ανάμεσά μας σαν πέπλο.

Λίγο αργότερα κατέβηκε ο Κώστας κρατώντας το βερμούτ και τους ξηρούς καρπούς. Του διηγηθήκαμε τα καθέκαστα. Αναστέναξε, κουρασμένα μα όχι απρόθυμα.

— «Τι τραβάνε κι αυτές κάθε βράδυ…» μουρμούρισε. «Τι έχουν δει τα μάτια μου αυτά τα πέντε χρόνια που δουλεύω νύχτα εδώ… Σας το λέω ειλικρινά: τις λυπάμαι. Και θυμώνω με όλους εκείνους τους τύπους που έρχονται μόνο για να ικανοποιήσουν τα καπρίτσια τους.»

Ο μπάρμπα Μήτσος, ο φύλακας μας, είχε ήδη καθίσει στην άκρη της παλιάς πολυθρόνας του και κρατούσε το ποτήρι του με τρόπο λιτό, σχεδόν τελετουργικό. Ήταν από αυτούς που ήξεραν να αφηγούνται – και να ζυγίζουν τις κουβέντες τους.

— «Αυτό το παλικάρι… Για μένα είναι παλικάρι, να το ξέρετε. Το όνομά του είναι Χαράλαμπος. Δεν είχε καν κλείσει τα δέκα όταν ένας ηλικιωμένος χωριανός του τον βίασε. Ήταν κι απ’ τη φύση του… πιο “ευαίσθητος”, όπως λένε. Ήρθε κι έδεσε το κακό.»

Σιωπή. Μια απ’ αυτές τις σιωπές που δεν παγώνουν τον αέρα, αλλά τον βαθαίνουν.

— «Κάποιες νύχτες χειμωνιάτικες, όταν κάνει παλιόκαιρο και δεν βγαίνουν πελάτες, έρχεται εδώ… μαζί με κάποιους άλλους. Λένε τα δικά τους, λένε για τη ζωή. Κι η ζωή, παιδιά μου, δεν είναι ποτέ μία. Είναι πολλές. Άλλες τις ζεις τη μέρα, άλλες τη νύχτα.»

Έμεινε για λίγο ακίνητος, έπειτα συνέχισε με μια φωνή σαν εξομολόγηση:

— «Η νύχτα… η νύχτα βγάζει στη φόρα όλες τις ενοχές της ημέρας. Δικαστής που το πρωί τους δικάζει με αυστηρότητα, το βράδυ γυρίζει εδώ στη Συγγρού να βρει το ταίρι του. Τι έχω δει, τι έχω ακούσει… Δεν μπορείτε να τα φανταστείτε. Κι ούτε είμαι κανένας άβγαλτος — που λέγαμε και στο χωριό μου.»

Όσο μιλούσε ο μπάρμπα Μήτσος, εγώ σκεφτόμουν. Όλα μου φαίνονταν απίστευτα — και την ίδια στιγμή, βαθιά αληθινά. Μια κοινωνία υπήρχε γύρω μου, εντελώς άγνωστη, αθέατη, σαν να ζούσε σε μια παράλληλη πραγματικότητα. Τι δεν ήξερα ακόμα; Πόσα ακόμα έκρυβε η ζωή κάτω απ’ το «δέρμα» της καθημερινότητας;

Θυμήθηκα τότε κάτι που μου έλεγε η γιαγιά μου, όταν, δωδεκάχρονος, είχα φύγει απ’ το σπίτι για να φοιτήσω στο Γυμνάσιο της κωμόπολης. Έμενα μόνος τότε, σ’ ένα μικρό δωματιάκι δύο ώρες μακριά από το χωριό μας:

— «Να προσέχεις τους ανθρώπους. Δεν είναι όλοι όπως φαίνονται. Κάποιοι φορούν μάσκα, όπως τις Απόκριες. Θέλουν να σε γελάσουν, να σου κάνουν κακό. Τα μάτια σου δεκατέσσερα, παιδί μου.»

Αργότερα, κάπου διάβασα πως ο άνθρωπος έχει πολλά προσωπεία, αλλά ένα πρόσωπο. Ένα πρόσωπο που συχνά κρύβει επιμελώς. Και η νυχτερινή Συγγρού; Ίσως ήταν ένας τόπος που μερικοί μπορούσαν, επιτέλους, να βγάλουν το προσωπείο και να φανερώσουν το πραγματικό τους πρόσωπο.

 


Είχα μόλις τελειώσει το γράψιμο αυτού του διηγήματος όταν χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν ο φίλος μου ο Αντώνης από την Λιβαδειά.

— «Τι γράφεις αυτόν τον καιρό;» με ρώτησε.

Τον ενημέρωσα πως μόλις είχα τελειώσει ένα κείμενο με τίτλο Η Αλόμα και τα καλόπαιδα της Συγγρού. Του περιέγραψα επιγραμματικά το περιεχόμενο, κι εκείνος έμεινε για λίγο σιωπηλός, ώσπου είπε:

— «Τι μου θύμισες τώρα… Είχαμε κι εμείς στην πόλη μας μια “Αλόμα”! Σίγουρα είχε δανειστεί το όνομά της απ’ τη διάσημη της Συγγρού. Μόνο που η δική μας δεν ήταν απλώς τραβεστί· ήταν και… μάγος. Κυριολεκτικά!»

Κι άρχισε να μου διηγείται.

Η “Αλόμα” της επαρχίας δεχόταν πελάτες που πήγαιναν είτε για να λύσουν τα μάγια είτε —πολύ συχνότερα— για να ικανοποιήσουν τις ορέξεις τους. Ανάμεσά τους και ένας διάσημος κλαρινίστας, γνωστός σε όλο το πανελλήνιο. Τόσο μεγάλη ήταν η πίστη του πως η Αλόμα τού είχε σταθεί σε δύσκολες στιγμές, που όταν πέθανε —λίγα χρόνια αργότερα— πήγε στο νεκροταφείο, μεσάνυχτα, και έπαιξε για εκείνη με το κλαρίνο του.

Ο Αντώνης έμενε τότε κοντά στο κοιμητήριο. Στο άκουσμα του κλαρίνου, πετάχτηκε έξω, όπως και δεκάδες άλλοι από τα γύρω σπίτια. Μαζεύτηκαν όλοι γύρω από τον τάφο της επαρχιακής Αλόμα, παρακολουθώντας τον σπουδαίο καλλιτέχνη να παίζει αυτοσχέδια μοιρολόγια — με πάθος, με δάκρυα, με θλίψη.

Εικόνα σουρεαλιστική. Νύχτα, τάφος, κλαρίνο και σιωπηλοί άνθρωποι γύρω του, σαν σκηνή θεάτρου του παραλόγου. Ή ίσως και όχι.

Ίσως, τελικά, εκείνη τη στιγμή, η μουσική να μην παρηγορούσε μόνο εμάς — αλλά και τον νεκρό. Τον μάγο, την τραβεστί, τον παλιάτσο της νύχτας. Την Αλόμα.

Τι να πεις; Σύμπτωση; Μύθος; Ή απλώς, η δύναμη της μνήμης που ξέρει να ενώνει τις πιο μακρινές ζωές;

Εκείνη τη στιγμή, φευγαλέα, πέρασε από μπροστά μου η μορφή του Ντίνου Χριστιανόπουλου. Του αιρετικού, ευάλωτου, Θεσσαλονικιού ποιητή. Και σιγοψιθύρισα από μέσα μου τους στίχους του:

«Τι γυρεύω εγώ αυτές τις νύχτες;
Τι γυρεύω εγώ σ’ αυτούς τους δρόμους
που άγρια τους φορολογεί η νύχτα;»

Διήγημα από το υπό έκδοση βιβλίο του Κ Μπερτσιά με τίτλο: ένα αμπελοτόπι είναι η ζωή

2 σχόλια στο “Η Αλόμα και τα καλόπαιδα της Συγγρού (διήγημα)”

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.