διήγημα του Τάκη Γεράρδη.
(μια παιχνιώδης λογοτεχνική άσκηση)
Κακό πράγμα η φτώχεια. Μοιάζει με την επάρατη νόσο. Αρρωσταίνει η δεξιά σου τσέπη; Θα κάνει μετάσταση και στην αριστερή αλλά και στην κωλότσεπη. Λεφτά δεν υπάρχουν και διαχρονικά ισχύει αυτό που είπε ο Δημοσθένης:
«Δεῖ δὲ χρημάτων, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, καὶ ἄνευ τούτων οὐδέν ἐστι γενέσθαι τῶν δεόντων».
Κάτι πρέπει να κάνω για να αλλάξει αυτή η κατάσταση, σκέφτομαι συνεχώς. Κάτι αλλιώτικο, κάτι πρωτότυπο, κάτι που να πιάσει τόπο… Μα τι;
…Και θυμήθηκα τη μακαρίτισσα τη μανούλα μου κάποιους χειμώνες στο Αγρίνιο τη δεκαετία του ‘60. Τότε που τα πρωινά κατεύθαναν στο σπίτι μας γειτόνισσες να πιουν τον καφέ τους καθισμένες γύρω από το μαγκάλι. Περίμεναν τη σειρά τους ώσπου η κυρά-Τούλα θα τους διάβαζε το φλιτζάνι. Ανακάτευαν πολλές φορές τα κατακάθια, τουμπάριζαν στα πιατάκια τα φλιτζάνια, κι αυτά έκαναν ψυχεδελικά σχέδια στο τοίχωμα. Κάποιες φορές τα σχέδια έμοιαζαν με ακτινογραφίες πνευμόνων, κάποιες άλλες με ιστούς αράχνης. Αλλά με πόρτες μεγάλες που θα διαβούν, ή με σταυρό χαρμόσυνο αλλά και μυστηριακό, ακόμη και με μια διασταύρωση που δυο καρδιές με ένα στεφάνι κοντά τους θα συναντηθούν. Μυστήριο πράγμα το πεπρωμένο! Το μέλλον φώλιαζε στα τοιχώματα του φλιτζανιού, παρέα με το παρελθόν.
Κι εγώ άκουγα και μάθαινα καθώς έριχνα κλεφτές ματιές στα μπούτια τους, που φανερώνονταν όταν «άρπαζαν» από τη φωτιά του μαγκαλιού και ανασήκωναν τα φουστάνια τους. Και για πολλά χρόνια χαράχτηκε στο νου μου πως τα μπούτια όλων των γυναικών είναι κόκκινα και έχουν πολλά στρογγυλά σημάδια, σαν φουσκάλες από τη φλόγωση των πυρακτωμένων κάρβουνων…
Ο ανιμισμός είναι η πεποίθηση ότι όλα στον κόσμο – όχι μόνο οι άνθρωποι και τα ζώα, αλλά και τα φυτά, τα ποτάμια, τα βουνά, τα σύννεφα και τα άστρα – διαθέτουν ψυχή. Δεν είναι οργανωμένη θρησκεία, αλλά κοσμοαντίληψη. Υπάρχει ακόμη και σήμερα σε ορισμένες παραδοσιακές κοινότητες, από τη Σιβηρία και την Αφρική ως την Ωκεανία και την Αμερική. Εκεί, όλα είναι ζωντανά, αλληλένδετα και ιερά.
Για να διατηρηθεί η ισορροπία, οι άνθρωποι οφείλουν να συνυπάρχουν με τα πνεύματα του κόσμου: να τα σέβονται, να τα κατευνάζουν, να τα συμβουλεύονται. Χρειάζονται όμως ένα μέσον για την επικοινωνία με τον κόσμο των πνευμάτων. Κι αυτό είναι οι μάγοι.
Από το απλό ξόρκι και το φυλαχτό μέχρι και πιο σύνθετες και αρκετά «ψαγμένες» μορφές, η μαγεία συντροφεύει τον άνθρωπο από τα πανάρχαια χρόνια. Και αυτή η συντροφιά κρατάει μέχρι και σήμερα, μέχρι την ψηφιακή εποχή – την εποχή των κινητών, της κβαντομηχανικής, του απειροστού λογισμού, των αλγόριθμων και της Τεχνητής Νοημοσύνης.
Η μαγεία υπήρξε πάντα ένα όπλο των φτωχών. Ένα είδος γνώσης χειροπιαστής, ερμηνευτικής και πρακτικής και όχι αφηρημένης. Γέφυρα ανάμεσα στον άνθρωπο και στον κόσμο. Όχι μόνο στον ορατό κόσμο, αλλά και σ’ αυτόν που δεν φαίνεται. Κι όσο οι μορφωμένοι χτίζανε δύσκολες θεωρίες για το Ον και το Είναι και ακαταλαβίστικα συστήματα, ο λαουτζίκος διάβαζε σημάδια. Ήθελε απαντήσεις γρήγορες, μεστές, βιωματικές. Ήθελε σημάδια για το αύριο. Για όταν θα πάνε να οργώσουν το χωράφι ή θα μπουν στη βάρκα να πάνε να φέρουν ψάρια.
Βέβαια ήρθε και η ανάγκη εκλογίκευσης. Τα πράγματα έπρεπε να μπουν σε τάξη· να πάρουν ερμηνεία με λέξεις που όμως αυτές τις στριφνές λέξεις κανείς έξω στους δρόμους δεν της έλεγε. Πρώτα οι θεολόγοι, ύστερα οι φιλόσοφοι, και τέλος οι επιστήμονες· όλοι προσπάθησαν να βάλουν τάξη στο χάος. Μίλησαν για την ουσία, το πυρ, το πνεύμα, το Θείο, το Ον, το αγαθό. Και τα ερωτήματα άλλαξαν. Πλέον δεν ρωτούσες «τι να κάνω;», αλλά «τι είναι σωστό να κάνω;». Όλα έγιναν πιο πολύπλοκα. Πιο ξένα.
Οι πολλοί δεν μπορούσαν ν’ ακολουθήσουν. Δεν είχαν τα πνευματικά εργαλεία, ούτε και τον χρόνο. Κι έτσι προσκολλήθηκαν σε αυτό που μπορούσαν να κατανοήσουν: Στη μαγεία. Εκεί όπου η απάντηση ερχόταν με το φλιτζάνι, το ξόρκι, το λιβάνι, την προσευχή στη μάνα-Θεά και το ξημέρωμα που θα φανεί το σημάδι.
Γιατί πολύ πριν εμφανιστεί ο Πλάτωνας, ο Αριστοτέλης, ο Παύλος και ο Αϊνστάιν, οι άνθρωποι ζούσαν κατ’ εξοχήν μαγικά. Έβλεπαν το σύμπαν ως έναν τόπο που κρύβει και φανερώνει νοήματα, γεμάτο φωνές και προαισθήματα. Η πρώιμη μαγεία δεν ήταν απλώς πίστη. Ήταν Τέχνη και τεχνική. Προϋπήρξε της θρησκείας και της επιστήμης· ήταν μάνα τους. Εκείνη πρώτη δίδαξε πως τα πράγματα συνδέονται· όχι με λογική αιτιότητα, αλλά με συμμετοχή: το ένα αγκαλιάζει το άλλο, το αγγίζει, το αλλοιώνει, το λυτρώνει.
Κι έτσι, οι μάγοι – κι η μανούλα μου, βέβαια – είναι οι πρώτοι ερμηνευτές του αγνώστου. Οι αναγνώστες των φαινομένων. Οι γνώστες των λέξεων, των φυτών, των συμβόλων. Οι άνθρωποι που γνωρίζουν πότε πρέπει να σιωπήσουν και πότε να ψιθυρίσουν έναν υπαινιγμό. Όχι για να εντυπωσιάσουν· αλλά για να συγκρατήσουν πάθη και απελπισίες.
Για τον πρωτόγονο νου – και για τον δικό μου, τώρα – όλα είναι φορτισμένα με ζωή και νόημα. Δεν υπάρχουν δεισιδαιμονίες, υπάρχουν σημάδια και όλα μπορούν να επηρεαστούν: με λόγια, χειρονομίες, επικλήσεις, τελετές.
«Θεός εγώ, όχι θνητός· περιπλανώμενος ανάμεσα στους ανθρώπους», έλεγε ο Εμπεδοκλής.
Ήταν φιλόσοφος, ποιητής, γιατρός, κοσμολόγος και θεουργός. Ένας μάγος που φιλοσοφούσε. Ο θρύλος λέει πως πήδηξε ζωντανός στον κρατήρα της Αίτνας για να αποδείξει πως ήταν αθάνατος. Αυτός κι ο Πυθαγόρας ίσως είναι οι πρώτοι που ενοποιούν τη μορφή του μάγου, του φιλοσόφου, ιερέα και του γιατρού.
Το στάδιο που κυριάρχησε η Ελληνική θεωρητική φιλοσοφία από τους Προσωκρατικούς μέχρι τον Πλωτίνο ήταν μακρύ, σχεδόν μια χιλιετία. Όμως η μαγεία δεν εξαφανίστηκε· απλώς μετακινήθηκε, κρύφτηκε, ενσωματώθηκε. Και επανήλθε με νέες μορφές όταν η φιλοσοφία παρουσίασε μια στόμωση, μια κούραση: θεουργία, αλχημεία, αστρολογία, μυστικισμός, φιλοσοφική μαγεία. Από τον Πυθαγόρα, τον Πλωτίνο, τους Χαλδαϊκούς Χρησμούς, τον Ερμή τον Τρισμέγιστο, τον Ιάμβλιχο, τον Ψελλό, την αλχημεία, την Καμπαλά, τον Τζιορντάνο Μπρούνο και την Μπλαβάτσκι, συντηρήθηκε και εμπλουτίστηκε ένα πλήθος μαγικών εννοιών και πράξεων. Μέχρι και ο Γαλιλαίος αλλά και ο Καρτέσιος με το Νεύτωνα ταλαντεύτηκαν στη ζυγαριά που από το ένα τάσι έδειχνε μαγεία και από το άλλο θρησκεία και επιστήμη.
Ακόμη και σήμερα, στον κόσμο των απίθανων «μάγων» δεν είναι καθόλου παράξενο ένας γιατρός να εκτελεί με επιτυχία μια περίπλοκη μεταμόσχευση το μεσημέρι και το βράδυ να πηγαίνει στο καθιερωμένο ραντεβού με τον αστρολόγο του. Πρόσφατο παράδειγμα: Η γυναίκα μου έπαθε αποκόλληση αμφιβληστροειδούς. Δυο μέρες μετά την επέμβαση, μισότυφλη ούσα, όπως την εξέταζε ο νεαρός και ικανότατος γιατρός, διέκρινε στον καρπό του χεριού του να είναι τυλιγμένα κάτι σαν χίπικα χαϊμαλιά, κάτι σαν κομποσκοίνι. Η Λίνα είναι εντελώς άθεη. Γιατί; Ούτε κι εγώ ξέρω, που είμαι μαζί της από το 1973… Τον ρωτάει λοιπόν με αθωότητα ανάμεικτη με κουτοπονηριά: Γιατρέ αυτά είναι αισθητικού ή θρησκευτικού περιεχομένου; Μα, κυρία μου, βέβαια είναι θρησκευτικού περιεχομένου, της απαντά.
Το χάσμα μεταξύ των επιστημόνων και της γνώσης ενός μέσου ανθρώπου είναι μεγαλύτερο από εκείνο του απλού κόσμου και της θρησκευτικοφιλοσοφίας παλιά. Κι όλα αυτά σε έναν πλανήτη όπου μια ισχνή μειοψηφία (10% άντε 12%) από επιστήμονες και στοχαστές, που δηλώνουν ευθαρσώς τον αγνωστικισμό τους, μας έχει επιβάλει το αφήγημα της «ορθολογικής βεβαιότητας» ως τη μόνη αλήθεια…
Τον έχω να κάθεται στο σαλόνι και να περιμένει. Η αναμονή πάντα τους ξεσηκώνει και τους μπερδεύει. Οι καφέδες ψήνονται ακόμη. Αργεί να φουσκώσει στο μπρίκι. Σκέφτομαι πως η αγγελία που έβαλα στο ιντερνέτ: Νοστράδαμος των Τζιτζιφιών. Αστρολογικοί χάρτες, Ταρό, προβλέψεις μέσα από την πατροπαράδοτη τεχνική διαβάσματος του φλιτζανιού,έφερε αμέσως κόσμο γεμάτο ερωτηματικά. Ζητάνε να ακούσουν αποκλειστικά αυτό που έχουν μέσα τους κατασταλαγμένο. Ό,τι άλλο και να τους πω, δεν πρόκειται να το προσέξουν. Γιατί ναι, εγώ είμαι ο Νοστράδαμος των Τζιτζιφιών, με τα πτυχία από κάποια διεθνή και αόρατα Ινστιτούτα να φιγουράρουν στο σαλόνι μου και με ειδίκευση στο «ψυχικό κατακάθι». Αυτός εδώ είναι είναι ένας κύριος με γραβάτα, που την έχει σφιγμένη στο λαιμό σαν να θέλει να φυλακίσει όσα πάνε να δραπετεύσουν
«Λοιπόν, κύριε Νίκο, πιες το καφεδάκι σου ήσυχα, χωρίς βιασύνες. Θα βγουν όλα ευανάγνωστα, σαν απαύγασμα αυτού που πέρασε κι αυτού που θα συμβεί, αυτού που ποθείς κι αυτού που δεν έχεις. Αυτού που κρύβεται βαθιά στα σκοτάδια μέσα σου κι αυτού που ζητάει το φως. Όλα θα γραφτούν σαν λυγρά σήματα πάνω στα τοιχώματα. Η λέξη «κατακάθι» είναι παρεξηγημένη. Κάποιος φίλος μου – συνονόματός σου – θα την βασάνιζε ανελέητα, θα την έβαζε στην πρέσα μέχρι να ομολογήσει όλες τις αλήθειες. Θα την μαστίγωνε ανελέητα και θα έριχνε αλάτι στις πληγές της ώσπου να σπάσει και να πει όλα τα μυστικά της. Εγώ, θα σου πω μόνο, πως μπορεί το μυαλό μας με το κατακάθι να πηγαίνει αρχικά στο απόβρασμα της κοινωνίας, αλλά σημαίνει και κάτι άλλο. Αυτό που μετά από αναταραχή και ανακάτεμα κάθεται στον πάτο. Αλλά πριν καθίσει αφήνει κάποια ίχνη στα τοιχώματα. Και είναι μεν κατακάθι, αλλά ταυτόχρονα είναι κι ένας αφρός των ψυχικών φορτίων που κουβαλάμε. Ένας καθρέφτης του εσωτερικού μας κόσμου.
Αλλά, πάμε τώρα. Ανακάτεψε εφτά φορές το φλιτζάνι μία αριστερά μία δεξιά. Όχι Κέντρο δεν υπάρχει. Αυτό είναι ένα τεχνητό κατασκεύασμα της πολιτικής γεωγραφίας. Είναι ο χώρος ανάμεσα στο πιατάκι και στο φλιτζάνι. Είτε Δεξιά πάει ο κόσμος είτε Αριστερά. Έτσι μπράβο. Τουμπάρισέ το τώρα. Σε πέντε λεπτά θα μας τα πει όλα!…
Λοιπόν, βλέπω πολλά ταξίδια και πολύ ποδαρόδρομο σε κακοτράχαλα βουνά και ερεβώδη δάση. Περνάς γέφυρες, ποτάμια και λίμνες στην Κεντρική Ευρώπη. Όχι, δεν δείχνει για σημάδι φυσιολατρίας αλλά από το Καλοκαίρι του 2019 και μετά πάς κι έρχεσαι αλαφιασμένος. Κοινώς έχεις πάρει τα όρη και τα βουνά. Πότε Πάρνηθα, πότε Λουξεμβούργο, άλλοτε Βελιγράδι και κάποτε Φάληρο. Και βλέπω πολλά σημάδια. Ένα μεγάλο Σ ξεχωρίζει. Τι να σημαίνει; Συνασπισμός; Σύριζα; Επώνυμο; Στοχασμοί; Και περιμένεις κι εσύ όπως όλοι οι Αριστεροί έναν Μεσσία να φανεί, αλλά κι αυτός, (όπως κάποιος Κ από τη Δεξιά παράταξη, που συχνάζει στου Μπαϊρακτάρη), κωφεύει. Αλλά κι ένα πελώριο ΚΜ βλέπω εδώ στον πάτο. Αυτό το ΚΜ σε αναστατώνει, σε τρελαίνει και σου φέρνει αναγούλα. Ειδικά αυτό το χαμόγελό του ΚΜ, που δείχνει χαμόγελο απατεώνα, σου δίνει στα νεύρα. Όχι. Έρωτες δεν φαίνονται στη ζωή σου. Και παρόλο που οι φθινοπωρινοί μήνες ενδείκνυνται για πεζοπορίες στη φύση, δεν βλέπω να σου αφήνουν περιθώριο για κάτι τέτοιο οι πολιτικές εξελίξεις που έρχονται ….
Πενήντα ευρώ, κύριε Νίκο. Για όλα όσα είπα. Και κυρίως για όλα όσα αποσιώπησα…»
Και φτηνά βγήκε, πολύ περισσότερο που, όπως μου είπε ο Τάκης, κάνει και ευκολίες πληρωμής!
