Δημήτρης Κανελλόπουλος:
Σου μιλούν τα Τίρανα…
Σκέφτομαι πόσες ώρες είχα χάσει πίσω από ένα ραδιόφωνο KÖRTING, που είχαμε στη σάλα, προσπαθώντας να πιάσω Μόσχα, τον ραδιοφωνικό σταθμό Η Φωνή της Αλήθειας) ή τον ραδιοφωνικό σταθμό των Τιράνων… Τα Τίρανα, τα έπιανα πολύ πιο εύκολα στο χωριό μου τα καλοκαίρια που πήγαινα διακοπές, στο Νιχώρι Γορτυνίας, με ένα μικρότερο ραδιόφωνο που είχε φέρει ο θείος μου Γιάννης από τη Γερμανία.
Κάθε απόγευμα, έπαιρνα το ραδιοφωνάκι και πήγαινα, στον φίλο μου τον γερο Μαζαράκα. Ο γερο Μαζαράκας, κατοικούσε έξω από το χωριό, σ’ ένα μέρος που το λέγαμε Γούβα. Εκεί ήταν ένα ωραίο χωράφι του παππού μου, σ’ ένα ωραίο επίπεδο μέρος.
Στη Γούβα είχε μια πανοραμική θέα προς τον ποταμό Ερύμανθο, λίγο έξω από το χωριό. Φαινόταν όλο το Χάσμα, που άνοιγε πάνω, στην ψηλή κορυφογραμμή του Ερυμάνθου κι άνοιγε διάπλατα σ’ ένα μέρος που το λέγαμε Παναγιές. Απλωνόταν έτσι το ποτάμι, με τα σκούρα πράσινα νερά του στον Κάμπο, όπως τον έλεγαν οι χωρικοί, οι μεν της Νεμούτας, «Νεμουτιάνικο, οι δε του Νεοχωρίου «Νιχωρίτικο».
Απλωνόταν το ποτάμι νωχελικά, τα καλοκαίρια, πριν τον Αύγουστο, και καθώς κυλούσε προς νότον, για να συναντήσει τα αδελφικά νερά του Αλφειού, έκανε έναν σάλαγο, που γλύκαινε την ακοή μας, μέσα σ’ αυτήν την ομορφιά.
Έφτανα εγώ λοιπόν στην Γούβα λίγο πριν τις πέντε η ώρα το απόγευμα κι γερο Μαζαράκας με περίμενε ακουμπισμένος στην γκλίτσα του, στον όχτο του δικού του χωραφιού, που συνόρευε μ’ εκείνο του παππού μου. Ο ήλιος ήταν ακόμη δυνατός πάνω από τη Νεμούτα, καθώς βρισκόταν στο βάδιζε τεράστιος προς τη Δύση. Έτσι, ο γέρο Μαζαράκας, στεκόταν πίσω από μια όμορφη γκορτσούλα του παππού μου και μόλις μ’ έβλεπε, μου έλεγε:
«Καλώς το σύντροφο. Έλα κάτσε. Και μου ’δειχνε την άκρη ενός βράχου, που τον χρησιμοποιούσαμε σαν πεζούλα.
Απίθωνα το ραδιόφωνο ανάμεσα σε μένα και σ’ αυτόν, σήκωνα την κεραία του κι άρχιζα την πάλη με τα ραδιοκύματα και τα παράσιτα. Τη Μόσχα δεν μπορούσαμε να την ακούσουμε από τα ισχυρά παράσιτα. Το ίδιο και την Φωνή της Αλήθειας. Έπιανα μονάχα τον Ραδιοσταθμό των Τιράνων, χωρίς παράσιτα. Ο Μαζαράκας έλεγε:
«Ρε παιδί μου, ο Ζαφειροντίνος πώς πιάνει τη φωνή της Αλήθειας και τη Μόσχα και είναι καθημερινώς ενημερωμένος κι εμείς δε μπορούμε;»
«Θα ’χει μεγαλύτερο ραδιόφωνο σύντροφε», του έλεγα εγώ και συμφωνούσε.
Ακούγαμε τις ειδήσεις από τα Τίρανα, προσεκτικά. Μας άρεσε η φωνή αυτής της συντρόφισσας που μετέδιδε. “Σας μιλούν τα Τίρανα- Σας μιλούν τα Τίρανα…”, ξεκινούσε. Μετά, δεν μας άρεσαν αυτά που έλεγε εναντίον της Χώρας των Μπολσεβίκων. Πικραινόμασταν, όταν δεν ακούγαμε τίποτε για το τυραννικό καθεστώς των Αθηνών και δηλητηριαζόμασταν, όταν άρχιζε αυτή η κυρία να μεταδίδει, την σκληρή κριτική του Αλβανικού Κόμματος Εργασίας, εναντίον των «Ρώσων ρεβιζιονιστών». Συνέχιζε κατόπιν, εναντίον των Ρώσων σοσιαλιμπεριαλιστών για τον ακήρυχτο Σινοσοβιετικό πόλεμο, ο οποίος είχε ξεκινήσει από τον Μάρτη του 1969. Παρ’ ότι οι Κινέζοι ήταν εκείνοι, που επιτέθηκαν πρώτοι, το καλοκαίρι του 1969, στην περιοχή της μικροσκοπικής νήσου Τσενπάο (Νταμάνσκι), του ποταμού Ουσούρ, αυτή η κυρία υποστήριζε με πάθος του Κινέζους. Ο Μαζαράκας άναβε τσιγάρο κι έλεγε, τραβώντας μια βαθιά ρουφηξιά, πολύ στεναχωρημένος:
«Ρε Δημητράκη, τί είναι οι ‘ρεβεζιονιστές’, πώς διάολο τους λέει αυτή η γυναίκα. Για ξήγα μου, εσύ που είσαι μορφωμένος και μιλάς και τα ξένα…»
«Δε ξέρω ρε σύντροφε, δεν το ’χω μάθει ακόμα στο φροντιστήριο…»
«Φτου γαμώτο… Όταν πας ξανά στο Σχολείο, ρώτα τη δασκάλα που σας κάνει τα ξένα, να μάθουμε τουλάχιστον του χρόνου, τί είναι αυτοί ‘οι ρεβεζιονιστές’…»
Μετά συνέχιζε:
«Ρε δε μου το βγάνεις από το μυαλό, οι Αμερικάνοι βάλανε τους Κινέζους, να καταστρέψουν τη χώρα των Μπολσεβίκων, τη Μάνα όλων των Λαών..!». Και συνέχιζε μουτρωμένος να καπνίζει, το ένα τσιγάρο πίσω από το άλλο.
«Βλέπεις Μήτσο», συνέχιζε, «οι Αμερικάνοι βάλανε τους Κινέζους, να χτυπήσουν τη μάνα του Σοσιαλισμού. Γι’ αυτό, δίνουν μηχανήματα με ισχυρά παράσιτα, να μην ακούμε τη Μόσχα και να μας βασανίζουν τα ερωτήματα. Δε ξέρουμε τη γνώμη της “Μάνας όλων των Λαών”. Δε μπορούμε να καταλάβουμε τί συμβαίνει…». Μιλούσε με απόλυτη βεβαιότητα. Αποφασίσαμε, όταν φύγω για την Αθήνα, να βρω και να ρωτήσω κάνα δικόνε μας και να το γράψω συνθηματικά, για να μην το καταλάβει η λογοκρισία. Έτσι συνεχίσαμε ν’ ακούμε με πικρία τα Τίρανα.
Θυμάμαι μια φορά, που ακούσαμε στην εκπομπή, ότι «…του συντρόφου Ενβέρη του άρεζε, να παίρνονταν με ποδήλατο…», θέμα που μάς απασχόλησε για καμιά βδομάδα.
«Πώς παίρνονταν, ο σύντροφος Ενβέρης με ποδήλατο;».
Πολύ παράξενο! ‘Ο Ενβέρης παίρνονταν;’ Δεν είναι σωστά πράματα αυτά. Άκου παίρνονταν! Δυο μέτρα άντρας! Δεν το λύσαμε το θέμα.
Μερικά χρόνια μετά, όταν είχε πέσει η χούντα, ο συγχωρεμένος τώρα και τριάντα χρόνια, Μαζαράκας, σαν πήγα να τον δω με μια μποτίλια ούζο ΜΙΝΙ, μου είπε: «Αποκλείεται Μητσάκο μου να το έκανε αυτό ο Ενβέρης με το ποδήλατο. Δεν είναι ανώμαλος ο άνθρωπος..! Κοτζάμ Ενβέρης. Αρχηγός κράτους…».
Εγώ είχα υποταχθεί πλήρως στις απόψεις του Κάρτερ(ού) και του είπα:
«Δε βαριέσαι ρε Μπάρμπα Μαζαράκα, άβυσσος η ψυχή των ανθρώπων… Ποιός ξέρει τί βίτσια είχε ο άνθρωπος;»
Ήμουν έτσι μέσα στη γραμμή του Κόμματος…
Από την ανέκδοτη συλλογή: “Κομματικές ιστορίες ή κάπως έτσι…”
