Προφητικός ο Χωμενίδης!

Η ΠΑΝΔΩΡΑ ΚΑΙ Ο ΟΠΕΚΕΠΕ

Η «Πανδώρα» κυκλοφόρησε στις αρχές Μαρτίου. Πώς περιγράφει ένα σκάνδαλο που θα έσκαγε τρεισίμισυ μήνες μετά; Διότι ο συγγραφέας γυρίζει και μυρίζει. Εξερευνά επί τόπου την σπαρταριστή πραγματικότητα, δεν περιμένει να τη μάθει στις ειδήσεις.

… «Ο κύριος Φλυτζανόπουλος. Κεφάλαιο, πυλώνας της αγροτικής οικονομίας του τόπου μας.»

Κλαρίνο ο Φλυτζανόπουλος, χειραψία ολόθερμη, μόλις πριν από το χειροφίλημα. Κοντός, στρογγυλός, φαλακρός, ηλικία ακαθόριστη, μεταξύ πενήντα και εβδομήντα, πετσί ηλιοκαμένο, σκαμμένο από ρυτίδες. Μπιρμπιλωτά ματάκια, μύτη γουρουνιού.

«Συνέχισε, Λουκά. Από την Πανδώρα δεν έχουμε μυστικά.»

«Ε τι να συνεχίσω; Το χάλι μας το μαύρο σού το είπα. Καθυστερεί η επιδότηση, τα έξοδα τρέχουν, οι ζωοτροφές, τα πετρέλαια αύξηση πάνω στην αύξηση, για φαλιμέντο είμαι…»

«Πόσα κεφάλια δηλώνεις;»

«Δυό-δυόμισι χιλιάδες…»

«Πόσα έχεις στο μαντρί και πόσα στο συρτάρι;»

«Ε, δεν θα έχω;»

«Σύρε γαμήσου ρε!» φορτώνει ξαφνικά ο Παναγής. «Που μου παριστάνεις την παρθένα. Λέγε!»

«Ε, μισά-μισά…»

«Αρχίδια! Αν έχεις πάνω από πεντακόσια -άντε εξακόσια- στο μαντρί, σού τα πληρώνω εγώ από την τσέπη μου! Πάμε να τα μετρήσουμε τώρα!»

«Εντάξει και τι διαφορά κάνει;»

«Το ξέρεις ότι είναι ποινικό; Πως δεν θα σου ζητάνε απλώς όλα τους τα λεφτά πίσω μα θα σε χώσουνε και μέσα; Τα γάλατα έχουν σφίξει, φουκαρά μου. Τρίζει η Ευρωπαϊκή Ένωση. Καταρρέουν τα ταμεία της. Από κάτι σαν εσένα!»

«Έχει συμφέρον η Ελλάδα να μένει στο ευρώ;» επιχειρεί ρελάνς ο Φλυτζανόπουλος.

Ο Αρέστης κάνει τότε μια σατανική γκριμάτσα, παίρνει ύφος τρελού. «Μπα; Γύρισε το φύλλο; Γίναμε -και καλά- αντισυστημικοί; Ευρωσκεπτικιστές;»

«Δεν είπα αυτό…»

«Τι είπες; Πήγαινε ρε στα κουμμούνια να σε σώσουν! Πού έφαγαν τον παππούλη σου στον συμμοριτοπόλεμο!»

Ο Φλυτζανόπουλος αναδιπλώνεται ατάκτως, ο Αρέστης ηρεμεί, τού εξηγεί πώς θα ενεργήσουν ώστε να εγκριθεί η επιδότηση και να εκταμιευθεί το συντομότερο – «εάν σκάσει μύτη κάνας επιθεωρητής» του λέει «θα δανειστείς το κοπάδι του ξαδέλφου σου…»

«Εννοείται!» υποκλίνεται σχεδόν ο Λουκάς.

«Άντε, καλό σου δρόμο» τον διώχνει ο Παναγής. «Θα σου έρθουμε στο χωριό με την Πανδώρα για γκιούλμπασι.»

«Όποτε θέλετε!»

«Είχες ξαναγνωρίσει, Πανδώρα, κτηνοτρόφο;»

«Όχι.»

«Πού νάχεις; Απατεώνες οι περισσότεροι. Κακιάς σποράς γεννήματα. Ζουν εις βάρος του Ευρωπαίου φορολογούμενου. Σαρανταπέντε χρόνια τώρα, δυό γενιές. Κλαίγονται κι από πάνω…»

«Τι εννοούσατε “πόσα έχεις στο συρτάρι”;»

Ο Παναγής γελάει. «Στα πρόβατα και στα κατσίκια φοράνε δια νόμου σκουλαρίκι. Ώστε να φαίνεται ποιό ανήκει στο κοπάδι τους και να μπορούν να τα αμολάνε για βοσκή και έπειτα να τα εντοπίζουν από το σήμα που εκπέμπουν. Τα σκουλαρίκια τα παραλαμβάνεις από την αρμόδια υπηρεσία, υπογράφοντας υπεύθυνη δήλωση ότι εκτρέφεις τόσα αμνοερίφια. Βάσει της δήλωσης σου βγαίνουν οι επιδοτήσεις. Συμφέρει άρα να φουσκώνεις τα νούμερα – τις καλές εποχές είχαν φτάσει οι δικοί μας ως και να τα δεκαπλασιάζουν, πίστεψε το! Σήμερα πλέον δυό στα τρία σκουλαρίκια, κατά μέσον όρον, περνιούνται όντως στα αυτιά που προορίζονται. Το άλλο καταλήγει στο συρτάρι. Στην ελληνική ύπαιθρο, καλή μου, τα συρτάρια βελάζουν!»

«Τόσο κορόιδα είναι αυτοί που δίνουν τα λεφτά;»

«Δικά τους είναι τα λεφτά; Δεν αφήνουμε -εννοείται- τον φουκαρά τον Έλληνα αγρότη να αντιμετωπίζει αβοήθητος τους ελεγκτικούς μηχανισμούς. Τον προστατεύουμε, τον καλύπτουμε, νομοθετούμε εν ανάγκη υπέρ του. Για αυτό δεν μας ψηφίζει;»

Η Πανδώρα τον κοιτάει με το στόμα μισάνοιχτο. Ένα κομμάτι του εαυτού της έχει ψιλοφρίξει. Φαντάζεται τον πατέρα της να περνάει πριονοκορδέλλα τον Παναγή κι όλο το σάπιο σύστημα που εκπροσωπεί, «εσείς τους διαφθείρατε!» να τον κεραυνοβολεί, «εσείς τους κάνατε παράσιτα, εξαρτημένους από τις Βρυξέλλες!»

Σαν να έχει ακούσει τη σκέψη της, «κι εγώ είχα τρομερές ενστάσεις κάποτε» της κάνει ο βουλευτής. «Ώσπου συνειδητοποίησα ότι η κτηνοτροφία μας είναι μη βιώσιμη. Όπως και πολλοί τομείς της γεωργίας μας – δεν μιλάμε για τις ελιές. Μπορούμε να χτυπήσουμε εμπορικά το κρέας και τα εσπεριδοειδή από τη Νότια Αμερική; Τα καρπουζοπέπονα μήπως από την Κίνα και την Αφρική; Τα κρασιά; Σε συνθήκες ελεύθερου ανταγωνισμού, ανεξέλεγκτης παγκοσμιοποίησης, οι αγρότες μας θα συντρίβονταν. Θα αφανίζονταν. Να τους εγκαταλείψουμε θα προτιμούσες; Στην εξαθλίωση που ήδη επικρατεί σε περιοχές της ευρωπαϊκής υπαίθρου; Έχεις πάει σε χωριό στη βόρεια Γαλλία, να δεις ανθρώπους άεργους, δίχως στον ήλιο μοίρα; Κάποτε ευημερούσαν από τα χωράφια κι από τα λιβάδια τους, την έβγαζαν καλούτσικα ως βιομηχανικοί εργάτες. Τώρα πνίγουν την απελπισία τους στο πιο φτηνό αλκοόλ! Και στα ναρκωτικά ακόμα, τα πιτσιρίκια τους εισπνέουν κόλλα και υγρά μπαταρίας…»

«Να μην ξεχάσω να τον τσεκάρω» λέει στον εαυτό της η Πανδώρα. «Στο διαδίκτυο θα υπάρχουν αναλυτικά στοιχεία.»

«Όποιος είναι έξω από το χορό πολλά τραγούδια ξέρει. Μπορεί να παριστάνει τον αδιάφθορο, τον οικολόγο… – διαβάζω και τα κατεβατά που τυπώνει η οργάνωση του μπαμπά σου. Εμείς, οι μαχόμενοι πολιτικοί, δίνουμε τις καθημερινές μάχες. Για ένα στοιχειώδες δίκτυ ασφαλείας, πελατειακό έστω, σύμφωνο προς τις παραδόσεις μας. Για όσο αντέξει… Πάμε τώρα να φάμε!»