Δημήτρης Κανελλόπουλος
Ασέληνος Έρως
Πάλι ξύπνησα νυχτιάτικα αλλά χωρίς την αγωνία και τον ιδρώ, της προηγούμενης φοράς. Το ίδιο όνειρο! Δεν ξέρω αν σας έχει συμβεί. Να δείτε το ίδιο όνειρο ή τη συνέχεια ενός ονείρου, από εκεί που σας είχε εγκαταλείψει, ένα άλλο βράδυ. Απόψε είδα τη συνέχεια, εκείνου του ονείρου, που με είχε αφήσει, όπως ακριβώς ένα σίριαλ της τηλεόρασης, με μια γεύση τόσο γλυκιά, ώστε προς στιγμήν είχα πει μέσα μου “όχι ρε γαμωτο γιατί;”. Και η γεύση αυτή, γίνεται γλυκιά αναμονή, μέχρι την άλλη μέρα, την ίδια ώρα που θα αρχίσει να κυλά το τρέιλερ αρχικά, με τη σύνδεση των προηγούμενων και μετά η συνέχεια, που συμπληρώνει την ιστορία με αργές δόσεις.
Ήμουν βέβαιος, ότι εκείνη τη νύχτα, δεν ήμουν εκεί που με τοποθετούσε ο σκηνοθέτης του ονείρου. Θυμόμουν ακριβώς που ήμουν. Ήταν πρωτοχρονιά του 1975 και θυμόμουν που ήμουν και με ποιους. Ρεβεγιόν σε ένα σπίτι στο Αιγάλεω. Γεμάτο φοιτητές και φοιτήτριες που σπούδαζαν στην Ιταλία, με τραγούδια επαναστατικά και ιστορίες ακαταλαβίστικες, της έντασης των γεγονότων του δικού τους μικρόκοσμου, που μου ήταν ξένος. Ακούγονταν τραγούδια όπως το Αβάντι πόπολο ή το Παντιέρα Ρόσα … Ήμουν εκεί συνοδεύοντας δυο συντρόφισσες, που σπούδαζαν στην Ιταλία, μαζί με όλη αυτή την θορυβώδη παρέα. Καθόμουν αδιάφορος σε μια γωνιά κι έπινα ένα ποτήρι ουισκι. Δεν πέρασε πολύ ώρα και η Ανθή είπε:
“Βαρέθηκα, δε φεύγουμε;”
“Κι εγώ” είπε η Ρούλα, πάμε σπίτι σου να συνεχίσουμε οι τρεις μας.. “.
Η ώρα ήταν 12 και μισή. Μπήκαμε σε ένα ταξί και πήγαμε στην οδό Μιστριώτη, στα Πατήσια. Στο σπίτι της Ανθής. Εκεί συνεχίσαμε με ποτό κι ύστερα κοιμηθήκαμε και οι τρεις μας στο ίδιο κρεβάτι.
Ο σκηνοθέτης του αποψινού ονείρου, με τοποθέτησε σε άλλο πλάνο εκείνη τη βραδιά. Αλήθεια ποιός είναι ο σκηνοθέτης των ονείρων και με ποιο δικαίωμα μας τοποθετεί σε σκηνές διαφορετικές από την πραγματικότητα; Εγώ γνωρίζω πού ήμουν εκείνο το βράδυ της Πρωτοχρονιάς του 1975. Ακριβώς! Γνωρίζω ότι προσπαθούσα καιρό, και το είχα πετύχει, να σβήσω μια ιστορία, πίνοντας και κάνοντας τώρα, με δύο κορίτσια στο ίδιο κρεβάτι. Τώρα αυτός τί ήθελε, μετά από 46 χρόνια, να με ταράξει, βάζοντάς με σε μια ιστορία που είχε τελειώσει οριστικά και την είχα ξεχάσει; “Λόγοι Δικαιοσύνης”, άκουσα να λέει η φωνή του, δίνοντας μία απάντηση λες και τον ρώτησα. Μα σε αυτά δεν υπάρχει δικαιοσύνη, σκέφτηκα εγώ. “Υπάρχει”, είπε η φωνή του…
Κι έτσι, με πήρε από το μπράτσο και με οδήγησε σε έναν διάδρομο όπου υπήρχαν διάφοροι τύποι, με πάστωσαν, μου πρόσθεσαν μαλλιά μακριά, με έντυσαν με τα ίδια ρούχα που φορούσα εκείνο το βράδυ και με οδήγησαν και πάλι, σε αυτήν την σκοτεινή ταράτσα, της ίδιας συνοικίας, όπως και στην πρώτη φάση του ονείρου, μέσα στη υγρή νύχτα της πρωτοχρονιάς του 1975. Μα πώς τα κατάφερε, αναρωτιόμουν, και με έκανε πάλι είκοσι χρόνων;
“Το έργο προβλέπει, ότι θα είσαι αόρατος”, ψιθύρισε εκείνος, σκύβοντας εμπιστευτικά. “Προσοχή, δεν θα μιλήσεις ότι κι αν δεις, δεν θα καπνίσεις, δεν θα φανερωθείς. Κράτα τη” ζήλια σου… ” Μονάχα θα παρατηρείς!”.
“Μα γιατί; Τί δουλειά έχω εγώ σε αυτήν ταράτσα; Σ’ αυτόν τον δρόμο, έχω να περάσω 45 χρόνια… Δεν είχα σκοπό να ξανάρθω”.
“Για λόγους Δικαιοσύνης απάντησε η φωνή. Έχε υπομονή, σε ενδιαφέρει!”.
Κατόπιν χάθηκε μέσα στην υγρή νύχτα. Έμεινα εκεί σιωπηλός και σκεφτόμουν το ζεστό μου κρεββάτι. Αίφνης, άκουσα βήματα και ψιθύρους στη σκάλα. Κράτησα την αναπνοή μου. Είδα ν’ ανεβαίνουν τη σκάλα δύο σκιές. Ενός νέου και μιας νέας. Άρχισαν να φιλιούνται. Από το περίγραμμα των σκιών κατάλαβα ποιοί ήταν. Η έκπληξη, μού προκάλεσε μιαν οργή και παρ’ ολίγον να φανερωθώ: ήθελα να φωνάξω, να διαμαρτυρηθώ… Μια δύναμη όμως μεταφυσική με συγκράτησε. Πίσω τους χαμηλά, κάτω από το τελευταίο σκαλί, ένα φως φώτιζε το πρόσωπο του σκηνοθέτη. Ήταν ο Μαμωνάς, ο συνεργάτης των αθώων, ο οποίος μειδιούσε και μού έκλεινε το μάτι. Έβλεπα τις ανυποψίαστες σκιές των δύο νέων. Εξακολουθούσαν να φιλιούνται κι άρχισε η εικόνα να αργοσβήνει στη σκηνή, όπως ακριβώς στο σινεμά. Όλα χάθηκαν.
Πετάχτηκα από το κρεβάτι μου. Ανακάθισα. Ύστερα σηκώθηκα ήπια ένα ποτήρι νερό, και κοίταξα έξω. Το λευκό χιόνι είχε επικαθήσει γαλήνια σε όλο το δρόμο. Όλα έδειχναν ευτυχισμένα μέσα στη νύχτα. Μου ήρθε η φράση της γιαγιάς μου που είχε φύγει, πολλά χρόνια τώρα: Το χιόνι είναι ευτυχία…
Δ Κανελλόπουλος
