“Τον παλιό καιρό ήταν πολλοί σοφοί και μεγάλοι άνθρωποι στην πατρίδα μας και όλα τα βασίλεια που το άκουγαν αυτό ζήλευαν και ήθελαν να φτάσουν τους Έλληνες στη γνώση και στα γράμματα. Έτσι λοιπόν κάποτε αποφάσισαν να μαζευτούν όλοι οι σοφοί που ήταν σε διάφορους τόπους και ξεκίνησαν να ΄λθουν εδώ και να δουν αν θα μπορέσουν να βάλουν κάτω τους δικούς μας. Το έμαθαν όμως οι Αθηναίοι και ένας από τους σοφούς τους ντύνεται βοσκός και μ΄ ένα ραβδί κι ένα κοπάδι πρόβατα κατεβαίνει στον Πειραιά και τα ΄βοσκε.
Σαν έφθασαν οι σοφοί απ΄ τα ξένα όταν βγήκαν στη στεριά τον πρώτο που απάντησαν ήταν εκείνος ο βοσκός. Τους ήλθε λοιπόν η ιδέα να δοκιμάσουν αυτόν για να δουν τι πράμα είναι και οι παρακατιανοί άνθρωποι στην Ελλάδα και να κρίνουν αν θα μπορούν να τα βγάλουν πέρα με τους μεγάλους. Πλησιάζουν λοιπόν τον βοσκό, τον χαιρετούν και τον ρωτούν μονομιάς, γρήγορα – γρήγορα για να δουν αν θα καταλάβει και τι θ΄ αποκριθεί:
-“Από που κι ως που, πως, πόσα;” (υπονοώντας από που -είσαι ή έρχεσαι; που -πας; πως -λέγεσαι; και πόσα -είναι τα πρόβατά σου;). Κι εκείνος ο βοσκός τους απαντά:
-“Απ΄ Αθήνα, στα λειβάδια, Θόδωρος και πεντακόσα”!
Όταν τ΄ άκουσαν εκείνοι τάχασαν και λεν αναμεταξύ τους: “Μωρέ που πάμε; Με ποιούς γυρεύουμε να τα βάλουμε; Ένας παλιοβοσκός μας απάντησε έτσι, αμμή οι σοφοί τι θάνε; Άιντες πίσωτε να φύγουμε! Κι έτσι γύρισαν πίσω στο τόπο τους καταντροπιασμένοι!”.
Κατ΄ άλλη όμως παραλλαγή του μύθου ο βοσκός δεν ήταν μεταμφιεσμένος σοφός αλλά πραγματικός βοσκός στον Πειραιά που απάντησε με την ετοιμότητα του ελληνικού πνεύματος, και ο ερωτήσας δεν ήταν αλλοεθνής αλλά Αθηναίος επίσημος που ήθελε να βεβαιωθεί αν οι απλοί άνθρωποι είχαν ευφυΐα και νόηση.
