Λέξεις που χάνονται

— Μ —

μαυσωλείο

μειλίχιος: (επίθ.) ήπιος, πράος, καταδεκτικός, γαλίφης.

μέμφομαι

μεμψιμοιρώ: (ρ.) παραπονιέμαι για τη μοίρα μου, μουρμουρίζω, γκρινιάζω.

μίασμα: (ουσ. ουδ.) απεχθές έγκλημα, ανοσιούργημα.

μνησίκακος: (επίθ.) αυτός που θυμάται το κακό που του έκαναν και από μίσος για το δράστη επιδιώκει να τον εκδικηθεί.

μομφή: (ουσ. θηλ.) επίπληξη, κατάκριση, κατηγορία.

μονολιθικός: (επίθ.) πνευματικά στεγανοποιημένος, μονοδιάστατος, μονομερής

μυσταγωγία

— Ν —

νείρομαι: (ρ.) επιθυμώ πολύ, ονειρεύομαι, λαχταρώ.

νηπενθής: (.) .

νύξη: υπαινιγμός, υπονοούμενο.

νωχελικός: (επίθ.) ο νωθρός, αυτός που κινείται και δρα με αργό ρυθμό και οκνηρία.