ΕΒΡΑΙΙΚΗ ΦΤΩΧΕΙΑ (του Χρήστου Χρηστοβασίλη)
Πρόλογος:
Το ακόλουθο κείμενο του Χρήστου Χρηστοβασίλη ανήκει σε μία σειρά επιστολών δημοσιογραφικού χαρακτήρα, με γενικό τίτλο «Εντυπώσεις εκ Θεσσαλονίκης», τις οποίες συνέταξε ο συγγραφέας κατά την επίσκεψή του στην πόλη το 1894. Η σειρά αποτελείται από ένδεκα ταξιδιωτικές ανταποκρίσεις, στις οποίες κατά κύριο λόγο περιγράφονται διάφορες όψεις της τότε πολυάριθμης εβραϊκής κοινότητας.
Η πρώτη δημοσίευση των επιστολών έγινε μόλις το 2007, από τις εκδόσεις «ΡΟΕΣ/ οι Ηπειρώτες», στο βιβλίο1 «Περί Εβραίων», με αναλυτική και κατατοπιστική εισαγωγή της Φραγκίσκης Αμπατζοπούλου και φιλολογική επιμέλεια της Δροσιάς Κατσίλα, εγγονής του Χρηστοβασίλη και μελετήτριας του έργου του, η οποία ανέσυρε τα κείμενα αυτά από το ιδιωτικό αρχείο του Αλέξη και της Ντόρας Μπακοπούλου, επίσης εγγονών του συγγραφέα. Όπως σημειώνεται από την Δ. Κατσίλα, δεν είναι γνωστό αν πράγματι υπήρξε ποτέ κάποιος αποδέκτης των επιστολών. Πάντως στην εισαγωγή της παραπάνω έκδοσης, η Φ. Αμπατζοπούλου εικάζει βάσιμα ότι οι επιστολές γράφηκαν για λογαριασμό της εφημερίδας «Ακρόπολις» του Βλάση Γαβριηλίδη, με την οποία συνεργαζόταν ο Χρηστοβασίλης, αλλά τελικά δεν δημοσιεύτηκαν.
Πέραν των εθνογραφικών πληροφοριών τις οποίες κομίζουν, οι «Εντυπώσεις εκ Θεσσαλονίκης» έχουν ιδιαίτερη αξία, διότι ανατρέπουν τα αρνητικά στερεότυπα και τις προκαταλήψεις της εποχής για τον εβραϊκό λαό. Ο Χρηστοβασίλης γράφει με συμπάθεια και ανοιχτό πνεύμα προς τους Εβραίους, καταγγέλλοντας συγχρόνως τις συκοφαντίες εναντίον τους, όπως τα «αφελή γραιομωρολογήματα» περί τελετουργικής θυσίας αίματος. Απορρίπτει τις γενικεύσεις, διακρίνοντας ανάμεσα στην εβραϊκή κοινότητα της Θεσσαλονίκης ανθρώπους διαφόρων κατηγοριών όσον αφορά την ηθική2, την καλλιέργεια, την νοοτροπία αλλά και την οικονομική επιφάνεια. Θαυμάζει την δύναμη της θρησκείας των Εβραίων, χάριν στην οποία άντεξαν ως έθνος, παρά τους φοβερούς διωγμούς τους οποίους υπέστησαν ανά τους αιώνες. Επίσης αναγνωρίζει το ιστορικό τους δικαίωμα για εθνική αποκατάσταση και εύχεται την δημιουργία ισραηλιτικού κράτους: «Τις οίδε; Ίσως ανατείλει ποτέ ημέρα, καθ’ ην εν τω δικαίω των εθνικοτήτων επιτραπή και εις τον άνευ εθνικής στέγης, ως Κάιν περιπλανώμενον Λαόν του Ισραήλ, να επανακάμψη εις την γην των Πατέρων του Αβραάμ, Ισαάκ και Ιακώβ, και να στήση την εθνικήν του σημαίαν παρά τας όχθας του Ιορδάνου! Αμήν!»
Η σημασία των κειμένων αυτών επαυξάνεται, εάν ληφθεί υπόψιν το γενικότερο αντιεβραϊκό (αντισημιτικό) κλίμα το οποίο καλλιεργούσε μία σημαντική μερίδα του ελληνικού Τύπου ήδη από το 1891, με αφετηρία τα «εβραϊκά» της Ζακύνθου και της Κέρκυρας. Σύμφωνα με την Φ. Αμπατζοπούλου, ειδικότερα η εφημερίδα «Ακρόπολις» κράτησε διφορούμενη στάση έναντι των Ισραηλιτών, δημοσιεύοντας «ανταποκρίσεις και άρθρα με έντονα αντισημιτικό χαρακτήρα, πλάι σε άλλα πιο διαλλακτικά». Ωστόσο οι επιστολές του Χρηστοβασίλη δεν θα ήταν ευπρόσδεκτες, δεδομένου ότι ο ίδιος ο Βλάσης Γαβριηλίδης το 1894 είχε επιτεθεί με δριμύ και υβριστικό τρόπο εναντίον των Εβραίων της Στοκχόλμης, σε μία ανταπόκρισή του από το ταξίδι του εκεί για το περιοδικό «Το Νέον Πνεύμα». Ενδεχομένως οι δημοσιογραφικές ανταποκρίσεις του Χρηστοβασίλη αποτελούν ένα είδος απάντησης στον αντιεβραϊκό λίβελο του Γαβριηλίδη.
Σε κάθε περίπτωση, στις «Εντυπώσεις εκ Θεσσαλονίκης» αποδομείται το στερεότυπο του πλούσιου, φιλάργυρου και εκμεταλλευτή Εβραίου: «Εν Θεσσαλονίκη3 υπάρχουν Εβραίοι από πλουσίου πρώτης τάξεως και βιομηχάνου πρώτης τάξεως μέχρι του τελευταίου εργάτου, όστις αποθνήσκει της πείνης.». Ο Χρηστοβασίλης σκιαγραφεί την κοινωνική διαστρωμάτωση της εβραϊκής κοινότητας της πόλης κατά τα τέλη του 19ου αιώνα. Οι πλούσιοι αντιπροσωπεύονται πρωτίστως από τους τραπεζίτες αδελφούς Σαούλ και τους πολυπράγμονες βιομηχάνους αδελφούς Αλλατίνη· οι δεύτεροι μάλιστα παρουσιάζονται ως δίκαιοι και δημοφιλείς εργοδότες. Κλιμακωτά τοποθετούνται «Εβραίοι έχοντες το ιδικόν των, και επικερδή εργασίαν, Εβραίοι μεροδούληδες και μεροφάιδες4, Εβραίοι πτωχοί, και Εβραίοι θνήσκοντες κυριολεκτικώς της πείνης». Στους πάμπτωχους, τους εξαθλιωμένους και σε όσους ζουν από ελεημοσύνες, ο Χρηστοβασίλης αφιερώνει την ένατη επιστολή του, η οποία διαπνέεται από ειλικρίνεια και ανθρωπισμό, ενώ συγχρόνως παρουσιάζει λογοτεχνική χάρη.
Τέλος παρατηρείται ότι η γλώσσα του κειμένου είναι ιδιάζουσα: το πρώτο μισό, το οποίο παραπέμπει σε ρεπορτάζ, είναι γραμμένο στην καθαρεύουσα, ενώ στο δεύτερο μισό, με τον αφηγηματικό χαρακτήρα, επικρατούν οι τύποι της δημοτικής.
9η ΕΠΙΣΤΟΛΗ
Εβραίικη φτώχεια
Απ’ όλα τα έθνη του κόσμου μόνον οι Εβραίοι ζώσι σήμερον εις τας πόλεις, χωρίς άροτρον, δικέλλαν ή αγκλύτσα. Είναι λοιπόν επόμενον ότι έθνος μη διαθέτον το ήμισυ του πληθυσμού του τουλάχιστον εις την γεωργίαν και την κτηνοτροφίαν δεν δύναται ή να είναι πτωχόν.
Καίτοι τα σκήπτρα του πλούτου όλης της υφηλίου ευρίσκονται εις εβραϊκάς χείρας, το εβραϊκόν έθνος είναι το μόνον, όπερ πλειότερον μαστίζει η φτώχεια. Οι Εβραίοι είναι οι πλουσιώτεροι και οι πτωχότεροι άνθρωποι του κόσμου. Αυτοί υπήρξαν από καταβολής αιώνων οι διδάσκαλοι της αποθησαυρίσεως και καταγίνονται εις το να μαζεύουν πολλά και να εξοδεύουν ολίγα, και επειδή δεν είναι δυνατόν να πράξουν τούτο ένεκα ελλείψεως μέσων, ειδικών τε και υλικών, έπεται ότι το μέγιστον μέρος μεταξύ αυτών είναι πάμπτωχοι, και αν δεν προσέλθη αρωγός η φιλανθρωπία, σεβαστός αριθμός των απογόνων του Αβραάμ υπόκεινται εις τον δια της πείνης θάνατον.
Η Θεσσαλονίκη ως πόλις, κατοικουμένη υπό Εβραίων, έπεται ότι έχει μέγα αριθμόν πτωχών Εβραίων, αλλ’ εκείνο το οποίον ηύξησε την κακοδαιμονίαν της εβραϊκής κοινότητος Θεσσαλονίκης είναι οι εκ Ρωσσίας μετανάσται Εβραίοι, οίτινες μη έχοντες ουδένα πόρον και μη γιγνώσκοντες την εβραιοϊσπανικήν, ήτις είναι η γλώσσα της αγοράς εν Θεσσαλονίκη, πολλοί εξ αυτών φέρουν γύρα με τας χείρας αργάς, ρεμβώδεις και μελαγχολικοί. Είναι φοβερό πράγμα η φτώχεια! Διακρίνει τις επί του προσώπου ζωγραφισμένην με τα μελανώτερα χρώματα την θλίψιν, την απελπισίαν, την απόγνωσιν, και αισθάνεται φρίκην, κλονισμόν των εντοσθίων του! Η φτώχεια είναι χειροτέρα του θανάτου, διότι ο μεν θάνατος πλήττει άπαξ, δις, τρις, πεντάκις, η δε φτώχεια διηνεκώς και ακαταπαύστως.
Ο φτωχός, εις κοινωνίαν στενωτάτην υπό οικονομικήν έποψιν, οία τυγχάνει η της Θεσσαλονίκης, ένθα δεν γίνονται δημόσια έργα, δεν υπάρχουν σπουδαία και πολλά βιομηχανικά καταστήματα, δυνάμενα να απασχολήσουν τον ως μόνον κεφάλαιον το σώμα του έχοντα άνθρωπον, ο φτωχός είναι νεκρός κινούμενος ή πάσχων και ουδέν πλέον, διότι δεν έχει τον εγωισμόν του ζώντος ανθρώπου. Καθόσον τον εγωισμόν τούτον, τον έχει εκμυζήσει η φτώχεια, εν είδει βδέλλας. Δεν έχει θάρρος, καθόσον το θάρρος το έχει σβύσει η πείνα. Δεν έχει υπερηφάνειαν, καθόσον την υπερηφάνειαν την έχει ποδοπατήσει η γύμνια.
Ο εις τας οδούς, δίκην φάσματος συρόμενος φτωχός, ο φτωχός ζητών εργασίαν, και μη ευρίσκων, ή ευρίσκων ανεπαρκή τοιαύτην προς διατροφήν της οικογενείας του, ο τοιαύτης φύσεως φτωχός έχει κλύδωνα εν τω κρανίω και τρικυμίαν εν τη καρδία.
Ευλογημέναι αι χώραι εκείναι, αι παρέχουσαι τεμάχιον άρτου εις τοιαύτας υπάρξεις, φθινούσας υπό το φοβερόν της πενίας κράτος! Ευλογημένη η καρδία, ήτις συμπονεί. Ευλογημένα τα δάκρυα άτινα ρέουσιν εκ φιλανθρωπικού αισθήματος!
Τα τέκνα των μεταναστών τούτων από της ηλικίας των 4 μέχρι των 12 ετών περιπλανώνται εις τας οδούς, από όρθρου βαθέως μέχρι της νυκτός, άλλα μεν πωλούντα εις τας χείρας των διαφόρων ειδών φώσφωρα, άλλα δε διάφορα είδη ψιλικών, ων η αξία δεν ανέρχεται εν συνόλω άνω των τριών γροσίων το πολύ (δρ.1 ½). Είναι σπαραξικάρδιον θέαμα να βλέπη τις τας τοιαύτας αδυνάτους και ανηλίκους υπάρξεις, περιερχομένας τα τραπέζια των καφφενείων, και προτεινούσας τας επαιτίδας χείρας των με τα μικρά των εμπορεύματα, ψελλιζούσας λέξεις ικετευτικάς, εις άγνωστον γλώσσαν, αλλά γλώσσαν εννοουμένην, υφ’ όλου του κόσμου, εκτός των εχόντων πετρίνην καρδίαν!
Δεν γνωρίζω πόσας δεκάρας έχω δώσει την πρώτην ημέραν της εν Θεσσαλονίκην αφίξεώς μου, πότε μεν αγοράζων φώσφορα από περιπλανώμενα μεταναστόπαιδα, -κοράσια ως επί το πλείστον- άτινα φώσφορα ουδόλως μοι εχρησίμευον, πότε δε δίδων αυτοίς, λόγω ελεημοσύνης, ελεημοσύνης ήτις μοι επίεζε την καρδιάν, διότι δεν είχα…περισσότερα να δώσω! Ήτον η μόνη περίστασις, καθ’ ην περισσότερον μ’ επόνεσε η καρδιά μου, διότι δεν ήμην Vanderbilt ή τουλάχιστον Συγγρός!
Μια βραδυά έβγαινα περίπατο προς τον εθνικό κήπο, που είναι έξω από την Πόρτα του Βαρδαριού. Ήταν και κάμποσοι φίλοι μαζύ μου. Κοντά στο σιδηροδρομικό σταθμό απάντησα ένα κορίτσι, ηλικίας εννιά ως δέκα χρονών, που έκλαιε με μεγάλη φωνή. Συγκινήθηκα και ζυγόνοντας, θέλησα να το ρωτήσω τι έπαθε και έκλαιε.
Ήτον ένα συμπαθητικό κορίτσι το καϋμένο! Ένα ώμορφο κοριτσάκι ξυπόλητο, με κάτι μάγουλα ρόδινα, δακρυοαυλακωμένα, με κάτι μαλλιά λευκόξανθα, σα φεγγαριού αχτίδα, με κάτι μάτια ουρανογάλαζια, πνιγμένα στο δάκρυ, που ήταν να το πάρης στην αγκαλιά σου και να του ρουφήσης τον πόνο με φιλήματα. Ώμοιαζε με περβατάρικο άγαλμα της φτώχιας και της ορφάνιας!
-«Τι έχεις;» το ρώτησα ελληνικά, ιταλικά, τουρκικά, γαλλικά, αλλ’ αυτό μ’ αποκρίθηκε κλαίοντας σε γλώσσα, που μου ήταν άγνωστη. Ίσως ήταν πολωνέζικα ή ρούσσικα. Μου έδειχνε ένα ασημένιο γροσάκι, ήτοι σαραντάλεφτο νόμισμα, που κρατούσε στα χέρια του, που ήταν απεριποίητα, αλλά διατηρούσαν ακόμα την ωραιότητα των παιδιακίσιων χεριών. Στεναχωρήθηκα, γιατί δεν μπορούσα να νοήσω το αίτιον της θλίψης του, των δακρύων του, του πόνου του, όταν ένας από τους φίλους μου που ήταν μαζύ μου, μου εξήγησεν ότι η αιτία των δακρύων του, της θλίψης του και του πόνου του ήταν ότι έχασε από την τρυπημένη τσέπη της δυο γρόσια, από τα τρία γρόσια, που άξιζαν τα εμπορεύματα, που είχε πουλήσει εκείνη την ημέρα, και έκλαιε γιατί ο πιστωτής του θα του έκοβε την πίστωση, ή το λιγώτερο θα το έδερνε αλύπητα.
Αυτά έλεγε το κοριτσάκι στο φίλο μου στη γλώσσα, που δεν την καταλάβαινα. Πρίστηκε η καρδιά μου από τη συγκίνηση, και βγάζοντας από τη τζέπη μου δυο γρόσια ήτοι ογδοήντα λεφτά του τάδωκα για να μην κλαίη πλειο.
Τη στιγμή, που έβανα στο λεφτοκαμωμένο χεράκι εκείνου του κοριτσιού το φτωχό μου δίγροσο, εδάκρυσα από ιερή ευχαρίστηση, κι’ ευλόγησα τους κόπους των χεριών μου, που έγειναν αιτία να σφουγγίσουν τα δάκρυα μιανής τέτοιας τρυφερής, κι αναξιόπαθης ύπαρξης. Αυτό το δάκρυ ήταν από τα πλειο άγια δάκρυα που έχω χύσει στη ζωή μου!
Αχ! Θεέ μου! είπα μέσα μου, γιατί δε μου έδωκες τους θησαυρούς του Κροίσου, για να μη κάνω άλλη δουλειά, παρά να σφουγγίζω τα δάκρυα των φτωχών; Και μια άλλη φωνή, υπόκωφη, μου απάντησε αμέσως:
-Εάν είχες τα πλούτη που γυρεύεις, δε θα είχες την καρδιά, που έχεις…
Ακούοντας αυτή τη φωνή, δόξασα τον Θεό, κι’ ευλόγησα τη φτώχεια μου, που μου πελέκησε έτσι την καρδιά.
Όταν εκαθήσαμε μέσα στον εθνικό κήπο, που τα εισοδήματά του συντηρούν το οθωμανικό ορφανοτροφείο της Θεσσαλονίκης, ένας άλλος από τους φίλους μου, μου είπε στωικά-στωικά:
-Μην έχης την ιδέα ότι το κορίτσι, που έκλαιε, είχε χάσει πραγματικώς τα δυο του γρόσια…
-!!!
-Αυτό είναι, ξακολούθησε, ένα από τα πολλά τεχνάσματα, που επινοούν αυτά τα συχαμένα, για να κάνουν τον κόσμο να τους δίνη χρήματα. Είναι και τούτο ένα είδος θεατρικής ζητιανιάς…
Στη στιγμή όλη εκείνη η ποικιλόχρωμη εικόνα του κοριτσιού που έκλαιε, με τες ζωηρές της φωτοσκιάσεις και τες φανταχτερές της γραμμές, έγεινε τρίμματα, σαν ένας μεγάλος καθρέφτης, που τύχει να πέση στο πλακόστρωτο. Αλλά μια σκέψη μού ήρθε αμέσως-αμέσως, ότι όπως και αν ήταν το πράγμα, πάλιν η φτώχεια ήταν το ελατήριο των κλαμάτων, και των δακρύων εκεινών.
Παρομοιάζοντας τα δάκρυα εκείνα, ως μαργαριταροειδή βιομηχανία της φτώχειας, συγκινήθηκα πλειότερο ακόμα, απ’ ό,τι είχα συγκινηθεί πριν, και έτσι η εικόνα εκεινού του κοριτσιού που έκλαιε ανυψώθηκε από τη λάσπη ακέρια, άσπιλη, και ζωηρότερη απ’ ό,τι ήταν πριν, και χωρίς ν’ απαντήσω στον φίλο μου, που δε θα με νοούσε ίσως, σκέφτηκα μέσα μου και είπα ότι χρειάζεται διπλός κόπος να κλαίη κανείς χωρίς να το θέλη, και ότι είναι ιερά τα δάκρυα που τα κάνει να τρέχουν η ανάγκη του ψωμιού!
Χ. Χρηστοβασίλης
Σημειώσεις:
- Στην έκδοση περιλαμβάνονται και άλλα δύο λογοτεχνικά κείμενα του Χρηστοβασίλη επίσης με θεματολογία σχετική με τους Εβραίους, το ιστορικό διήγημα «Εβραίος Βασιλειάς της Κύπρως» και το εκτενές ποίημα «Στην δημιουργία εθνικής εστίας του περιούσιου λαού του Ισραήλ».
- Άξια ιδιαίτερης προσοχής είναι και η παρατήρηση του Χρηστοβασίλη στην 6η επιστολή ότι στην πόλη υπάρχουν Εβραίοι «με πολλούς άθλους παλληκαριάς, πολύ συχνά συμπλεκόμενοι νύκτα τε και ημέραν μετά στρατιωτών, αστυνομικών υπαλλήλων, χωροφυλάκων Τούρκων, χριστιανών κλπ.». Η διατύπωση αυτή στοχεύει στην απόκρουση της στερεότυπης αντίληψης περί δειλίας των Εβραίων· παράλληλα όμως οδηγεί σε δύο ενδιαφέρουσες υποθέσεις. Αφενός υποδηλώνει ότι ο παλληκαρισμός εθεωρείτο από μία σημαντική μερίδα Ελλήνων ως ένα είδος εθνικής αρετής, αφετέρου υπονοεί ότι στον περιθωριακό κόσμο των οθωμανικών αστικών κέντρων δίπλα στους Έλληνες, τους Αρμένιους και τους Τούρκους ενδεχομένως να έδρασαν και Εβραίοι νταήδες.
- Ο Χρηστοβασίλης κάνει λόγο γενικώς για την Θεσσαλονίκη και δεν επισημαίνει κάποιον κοινωνικό διαχωρισμό. Πάντως μετά την πυρκαγιά του 1917, σύμφωνα με το βιβλίο του Κώστα Τομανά «οι κάτοικοι της παλιάς Θεσσαλονίκης» (εκδόσεις Εξάντας, 1992) η εβραϊκή φτωχολογιά συγκεντρώθηκε κυρίως στους συνοικισμούς Βαρόνου Χιρς, Καλαμαριάς, Έξι, Καραγάτσια, Ρεζί Βαρδάρ, Αγίας Παρασκευής, Κάμπελ, Εκατόν πενήντα ένα. Σύμφωνα με τον συγγραφέα «στους συνοικισμούς αυτούς, που σήμερα δεν υπάρχουν, οι άνθρωποι ζούσαν σε άθλιες συνθήκες και είχαν το μόνιμο παράπονο: “Eneste mundo sufrimos porque jidios” (υποφέρουμε σ’ αυτό τον κόσμο γιατί είμαστε Εβραίοι)».
- Εβραίοι αυτής της κατηγορίας συμπεριλαμβάνονται σε ένα σύνολο πλανόδιων βιοπαλαιστών το οποίο απεικονίζεται στο ευθυμογράφημα του Ιωάννη Μπήτου με τίτλο «Είσπραξις φόρων», όπου αναφέρονται «κουλουρτζήδες, στραγαλάδες, φυστικάδες, γιαουρτσήδες, ζαχαροπώλαι, χαλβατζήδες, ντοντουρματζήδες, γαλατάδες, αυγουλάδες, λεμονατατζήδες,» και επίσης «…αχθοφόροι με το σαμάρι στην πλάτη, ψαράδες με αδειανά χέρια, κτίσται με τα εργαλεία τους, μπογιατζήδες με της βούρτσες στον ώμο σαν στρατιώτες εν πορεία, λούστροι με τα κασονάκια τους,…» (Μικρασιατικόν ημερολόγιον, Ελένης Σ. Σβορώνου, 1917).
