Αυτός ήταν ο Καραμανλής …….
Γράφει ο Πάνος Λουκάκος ,
κείνη την εβδομάδα στη Μύκονο έμαθα πολύ καλύτερα τον Καραμανλή. Τον αγάπησα και τον εκτίμησα ακόμη περισσότερο. Αξίζει ίσως εδώ να αφηγηθώ ορισμένα περιστατικά ενδεικτικά της προσωπικότητάς του. Στον Ορνό, πάνω στη θάλασσα, είχε ο οικονόμος του, ο Θόδωρος Χαριτόπουλος, τέσσερα-πέντε ενοικιαζόμενα δωμάτια κι ένα μικρό εστιατόριο. Άριστος μάγειρας ο ίδιος, ετοίμαζε συχνά εκεί το δείπνο και πηγαίναμε το βράδυ στο ταβερνάκι του.
Συνήθως, και μέχρι να ετοιμαστεί το τραπέζι, καθόμασταν για ποτό σ’ ένα μικρό σαλονάκι, συζητώντας περί ανέμων και υδάτων. Μία από τις φορές που περιμέναμε να περάσουμε στην αίθουσα του εστιατορίου, ήλθε ο Θόδωρος και του είπε ότι παρακαλεί να έλθει να τον χαιρετήσει ένας εφοπλιστής, ο οποίος καθόταν σε διπλανό από το προοριζόμενο για εμάς τραπέζι. Ο Καραμανλής αρνήθηκε. Παρενέβη ο αδελφός του Αλέκος: «Είναι ένας από τους μεγάλους έλληνες εφοπλιστές της Νέας Υόρκης», τον ενημέρωσε. Ο Καραμανλής συνέχισε να αρνείται, «Δεν ήλθα εδώ για κοινωνικά» είπε, αλλά τότε εμφανίστηκε μπροστά του και τον χαιρέτησε θερμά η σύζυγος του εφοπλιστή. «Θέλει να σας χαιρετήσει και ο Κώστας, μπορεί να έλθει;» τον ρώτησε. Εκών άκων, ο Καραμανλής δέχτηκε.
Ήλθε τότε ο εφοπλιστής, πράγματι ένας από τους μεγάλους της ναυτιλίας, 65-70 ετών, κλασικός εκπρόσωπος των καλών, ελληνικών, παραδοσιακών οικογενειών της θάλασσας. Χαιρέτησε ευγενέστατα και, περιέργως, έσκυψε κι έκανε κίνηση να φιλήσει το χέρι του Καραμανλή. Περιέργως επίσης, ο Καραμανλής άφησε αδιαμαρτύρητα το χέρι του. Είπε στον εφοπλιστή δυο-τρεις τυπικές κουβέντες για το κτήμα του στην Κέρκυρα –«Να με πάρεις επιστάτη σου εκεί, άμα ξεμπερδέψω απ’ εδώ που έμπλεξα»– και με ένα «Άντε, γεια σου τώρα» έκλεισε την κουβέντα.
Πάνος Λουκάκος
