Το κόστος της υπηρεσίας στην πατρίδα
‘
![[Gerasimos Domenikos/FOSPHOTOS]](https://insidestory.gr/sites/default/files/styles/article-main/public/field/image/cefosr0500008.jpg?itok=AKQiGF8p)
Ο Χρήστος είναι 27 χρονών, γέννημα-θρέμμα Αθηναίος. Oλοκλήρωσε τη στρατιωτική του θητεία πριν από μερικούς μήνες, στη Ρόδο. Όταν παρουσιάστηκε χρειάστηκε να αφήσει την έως τότε εργασία του. Προς το παρόν απασχολείται σε ένα κατάστημα εστίασης, ενώ ταυτόχρονα προσπαθεί να βρει και πάλι κάτι στον τομέα ειδίκευσής του.
Παράλληλα, σκοπός του είναι να βάλει κάποια χρήματα στην άκρη. Πρέπει να «ρεφάρει», όπως λέει, αυτά που ξόδεψε κατά τη διάρκεια της εννιάμηνης θητείας του, περίπου 4.000 ευρώ.
Ένα ποσό διόλου αμελητέο, αφού είναι διπλάσιο από τα δίδακτρα του μεταπτυχιακού του στην Ολλανδία.
«Για εμάς τους Αθηναίους, σίγουρα κατά 95% η στρατιωτική εμπειρία ξεκινά από το Μοναστηράκι», λέει ο Θωμάς, ένας άλλος φαντάρος που σήμερα υπηρετεί στον Πύργο.
Λίγες ημέρες προτού παρουσιαστεί, ακολουθώντας τις συμβουλές φίλων που είχαν υπηρετήσει νωρίτερα και όσα διάβασε στα δεκάδες σχετικά άρθρα και συζητήσεις στα fora του Διαδικτύου, ο Θωμάς έκανε την απαραίτητη βόλτα από τον πεζόδρομο της Ηφαίστου, όπου στεγάζονται τα γνωστά καταστήματα με στρατιωτικά είδη (κάποτε υπήρχαν πολλά για στρατιώτες και αξιωματικούς στην οδό Ακαδημίας).
res-1.jpg
«Υπάρχει ένα αστείο μεταξύ όσων έχουν υπηρετήσει, πως ο στρατός σου παρέχει όλα τα απαραίτητα πράγματα που θα χρειαστείς», λέει χαμογελώντας. «Στην πράξη όμως, πέρα από τις στολές, οι οποίες όντως σου παρέχονται, σου δίνει ακόμη 2 μποξεράκια και 2 φανέλες. Ωραία, σε ποιον φτάνουν αυτά, έστω και για τον μήνα της εκπαίδευσης μόνο;».
Έτσι, ξεκινούν οι αγορές των απαραιτήτων για το στρατόπεδο. Σάκος, καμιά δεκαριά έξτρα φανελάκια και εσώρουχα, κάλτσες βαμβακερές και μάλλινες, ισοθερμικά, υπνόσακος, φακός. Ένα λουκέτο, αν θέλει κανείς να κλειδώνει τα πράγματά του· παντόφλες, για την άκρως πιθανή περίπτωση αυτές που θα δοθούν να είναι τελείως ακατάλληλες· βερνίκι για τις αρβύλες, μιας και αυτό που δίνεται θεωρείται κατά γενική ομολογία άχρηστο· πάτοι για την αρβύλα, ώστε να είναι η χρήση της υποφερτή· ωτοασπίδες για τις βολές, καθώς ακόμη και οι φαντάροι των προηγούμενων δεκαετιών θα έκριναν μάλλον ακατάλληλες αυτές που δίνονται σήμερα στους νεοσυλλέκτους.
«Και πάλι βέβαια, τα πάντα εξαρτώνται από τις δυνατότητες του καθενός. Υπάρχουν φανελάκια με 2, με 5, και με 10 ευρώ, ή μπορεί ο φακός που θα αγοράσεις να μην σου χρειαστεί ποτέ», λέει ο Θωμάς. «Αλλά κάποια πράγματα σίγουρα θα τα αγοράσεις».
34.jpg
«Πράγματι, εξαρτάται από τον καθένα», παρεμβαίνει ο Γιώργος που υπηρέτησε στην Κύπρο. «Κανείς για παράδειγμα δεν σε υποχρεώνει να αγοράσεις υπνόσακο». Ωστόσο, κανείς από τον θάλαμό του δεν παρουσιάστηκε δίχως να φέρει τον δικό του. «Νομίζω πως αυτό έχει να κάνει με τη γενικότερη αβεβαιότητα σχετικά με την καθαριότητα που υπάρχει στον στρατό», σχολιάζει ο Θωμάς. «Κυκλοφορούν αρκετά αστεία γύρω από τη δεκαετία κατά την οποία πλύθηκαν τελευταία φορά τα σεντόνια».
Ίσως γι’ αυτό, παρότι οι υπνόσακοι τυπικά απαγορεύονται, είναι αμφίβολο ένας φαντάρος να αντιμετωπίσει πρόβλημα για την κατοχή ενός τέτοιου. «Λένε ότι πλένουν τις κουβέρτες, αλλά μάλλον το κάνουν μια φορά στα δύο χρόνια. Ε, λοιπόν, όσο τις πλένουν, άλλο τόσο απαγορεύονται τα sleeping bags», εξηγεί γελώντας ο Θωμάς την αναλογία.
Βέβαια υπάρχει και η «ασφάλεια», ότι με τον υπνόσακο έχεις το κρεβάτι σου πάντα στρωμένο.
«Φτάνοντας πια στο στρατόπεδο, αρχίζεις να υπολογίζεις και τα έξοδά σου σε πιο σταθερή βάση», λέει ο Θωμάς. «Μιλώντας για σταθερά έξοδα, ένα που ίσως ακούγεται αστείο, αλλά είναι πέρα για πέρα αληθινό, είναι το χαρτί τουαλέτας και τα μωρομάντηλα –σε όλη τη διάρκεια της θητείας σου δεν πρόκειται να συναντήσεις ποτέ χαρτί στις τουαλέτες», λέει ο Γιώργος. Συμπληρώνει, βέβαια, πως ο ίδιος τουλάχιστον είχε τη δυνατότητα να το προμηθεύεται προς 20 λεπτά το τεμάχιο από το ΚΨΜ του στρατοπέδου.
Στο ΚΨΜ, τον χώρο στον οποίον οι φαντάροι περνούν αρκετό από τον ελεύθερο χρόνο τους, φεύγει ένα αρκετά μεγάλο ποσοστό των χρημάτων που θα δαπανήσει κανείς κατά τη διάρκεια της θητείας του. Κι εδώ εξαρτάται από τις προτιμήσεις του καθενός: υποτίθεται πως ο στρατός παρέχει τρία γεύματα την ημέρα. Από κει και πέρα εξαρτάται από τους φαντάρους εάν θα προτιμήσουν αυτά, ή τα φτηνά σνακ του ΚΨΜ.
«Υπάρχουν βέβαια φορές που και οι ίδιοι στην κουζίνα ξέρουν ότι το φαγητό είναι χάλια, και τότε όλοι είτε θα φάνε στο ΚΨΜ, είτε θα παραγγείλουν», λέει ο Χρήστος. «Μπορεί να μην στο λέει ο διοικητής σου, αλλά στο λέει εκείνος που έχει μαγειρέψει και ξέρει πως είναι γκοτζίλα και θα χρειαστεί να φας κάτι άλλο εκείνη τη μέρα».
9b.jpg
«Υπάρχει αυτό το θεώρημα που αναπαράγεται, πως όσο είσαι στον στρατό για το φαγητό σου τουλάχιστον δεν θα χρειαστείς χρήματα. Αλλά σε καμία περίπτωση δεν ισχύει», συμπληρώνει. «Ανάλογα με τη μονάδα και τη ποιότητα του φαγητού που προσφέρει, μάλιστα, μπορεί τα χρήματα που χρειάζονται να είναι ακόμη περισσότερα».
Στα θετικά αναγνωρίζει τις πραγματικά χαμηλές, σε σχέση με την πραγματικότητα εκτός στρατοπέδου, τιμές των προϊόντων. Όλοι οι συνομιλητές μας, ωστόσο, εκτιμούν πως ένα ελάχιστο ποσό που χαλά ένας φαντάρος καθημερινά όσο βρίσκεται στο στρατόπεδο είναι γύρω στα 5 ευρώ.
Τα σημαντικότερα έξοδα όμως είναι εκείνα που γίνονται εκτός στρατοπέδου.
Πέρα από μια ευκαιρία να απομακρυνθούν για λίγο από την ρουτίνα του στρατοπέδου, στο μυαλό των φαντάρων οι έξοδοι και οι άδειες τους είναι συνυφασμένες με έξοδα, τα οποία είναι αυτό που λέμε ανελαστικά: δεν μπορούν να αποφευχθούν. Για το ύψος τους, ιδιαίτερο ρόλο παίζει το στρατόπεδο στο οποίο θα υπηρετήσει κανείς.
Ο Χρήστος υπηρέτησε σε ένα στρατόπεδο που βρισκόταν κοντά σε ένα χωριό της Ρόδου. Είχε κατά μέσο όρο μία έξοδο την εβδομάδα.
«Η ταρίφα σε κάθε έξοδό μου, δηλαδή το ελάχιστο ποσό που θα χρειαζόταν, ήταν 20 ευρώ», λέει. «Αυτό συνέβαινε γιατί η κίνηση, δηλαδή το όχημα του στρατού που μας μετέφερε, μας άφηνε σε ένα χωριό. Εκεί μας έλεγαν πως υπήρχαν τα πάντα, αλλά στην ουσία υπήρχε ένα περίπτερο και ένα φαρμακείο. Οπότε, αν είχες κάποια δουλειά που έπρεπε να γίνει, εάν για παράδειγμα ήθελες να αφήσεις τα ρούχα σου στο καθαριστήριο, όπως κάναμε εμείς συνήθως μια φορά στις δύο εβδομάδες και με έξοδα 20 ευρώ, έπρεπε να κατέβεις στη Ρόδο».
Καθώς οι συγκοινωνίες ήταν τοπικές, οι φαντάροι δεν δικαιούνταν μειωμένο εισιτήριο, όπως για παράδειγμα ισχύει με τα ΚΤΕΛ. Για ταξί ούτε λόγος, μιας και το κόστος από το στρατόπεδο προς το χωριό μοναχά άγγιζε τα 25 ευρώ.
Καλούνταν επίσης να αντεπεξέλθουν στις τιμές ενός τουριστικού νησιού. «Από την στιγμή που αποφασίζεις να βγεις, είναι λες και βρίσκεσαι σε κάποιο νησί το καλοκαίρι», λέει ο Χρήστος. «Κι απλώς σουβλάκια να φας, και να πιεις έναν καφέ, ώσπου να επιστρέψεις στο στρατόπεδο στο τέλος της εξόδου έχουν φύγει 30 ευρώ. Εάν δε σε κάποιες περιπτώσεις αναγκαστείς να μείνεις εκτός στρατοπέδου περισσότερες ώρες, ο λογαριασμός ανεβαίνει».
Για τον ίδιο, ακόμη σημαντικότερα είναι τα έξοδα που χρειάζεται να κάνει κάποιος όταν έρθει η ώρα για την άδεια του.
Ο στρατός παρείχε στη σειρά του συνολικά μόνο δύο πηγαινέλα με το καράβι μεταξύ Ρόδου και Αθήνας. Σε αυτά μάλιστα συμπεριλαμβανόταν το πρώτο «πήγαινε», δηλαδή η μετακίνηση της μετάθεσης, και το τελευταίο «έλα», δηλαδή η επιστροφή κατά την απόλυση.
«Πρόκειται λοιπόν για τις ούτως ή άλλως αναγκαστικές μετακινήσεις, τα λεγόμενα φύλλα πορείας. Εγώ όμως πέρασα 8 μήνες στη Ρόδο, οπότε έκανα το πηγαινέλα 4 φορές. Όταν δεν σε έχουν αφήσει να πάρεις την άδεια σου ολόκληρη, γιατί επηρεάζει τις υπηρεσίες των άλλων, και καταλήγεις να παίρνεις άδεια 3 ημέρες, δεν μπορείς να επιστρέψεις στην Αθήνα με το πλοίο που κάνει 24 ώρες. Ούτε όμως θέλεις να κάτσεις τρεις μέρες στο νησί, με πρόσθετα έξοδα, τα οποία ίσως και να είναι περισσότερα από ό,τι να γυρίσεις σπίτι σου». Οπότε επέστρεφε, άλλοτε αεροπορικώς και άλλοτε ακτοπλοϊκώς.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η εμπειρία του Πέτρου, που υπηρέτησε στην αεροπορία. Με τέσσερις μέρες μέσα και τέσσερις έξω, θα μπορούσε να θεωρείται αξιοζήλευτο «βύσμα», εάν υπηρετούσε στην Αθήνα, όπου και μένει η οικογένειά του. Υπηρετώντας όμως στον Βόλο, αυτό σήμαινε ότι χρειαζόταν κάθε Παρασκευή να βγαίνει από το στρατόπεδο και τη Δευτέρα να επιστρέφει. Το κάθε (μονό) εισιτήριο του κόστιζε 20 με 30 ευρώ, με το συνολικό ποσό δηλαδή να προσεγγίζει, στην πιο συγκρατημένη του εκδοχή, τα 160 ευρώ τον μήνα.
«Δεν θα μπορούσε να μείνει τις ημέρες εκείνες στο στρατόπεδο»; αναρωτιέται κανείς. «Εάν μείνεις μέσα, είναι βέβαιο πως θα σε “χώσουν”, θα σου φορτώσουν αγγαρείες και καθήκοντα που αλλιώς δεν θα είχες. Το τελευταίο πράγμα που θέλει κανείς στις ημέρες που υποτίθεται πως ηρεμεί. Και πάλι όμως, συχνά μας λεγόταν να μην μένουμε μέσα».
22.jpg
Τα υψηλά κόστη των μετακινήσεων δίνουν άλλη διάσταση στα περίφημα «βύσματα» που επιστρατεύονται για την διασφάλιση μιας προνομιακής θητείας. Όπως και στις πανελλήνιες, που εκφράζεται έντονα η επιθυμία των υποψηφίων φοιτητών και των γονιών τους για μια θέση σε ακαδημαϊκό ίδρυμα της πόλης όπου ήδη μένουν, προκειμένου να περιοριστούν τα έξοδα της φοιτητικής ζωής, στην περίπτωση του στρατού τα τηλέφωνα σε γνωστούς και αγνώστους αρμόδιους σχετίζονται και με το αίτημα παραμονής στην πόλη του νεοσυλλέκτου.
«Παλιότερα, ίσως να υπήρχε η σκέψη πως ο φαντάρος θα περάσει πιο δύσκολα σε μια μονάδα της παραμεθορίου, ή πως οι συνθήκες σε κάποιο μακρινό στρατόπεδο θα είναι δύσκολες», λέει ο Ιωσήφ, που υπηρέτησε στο Πεντάγωνο, και χαρακτηρίζει τα ωράρια της θητείας του «ωράρια γραφείου». «Πλέον, όμως, νομίζω πως είναι σαφές ότι η θητεία δεν είναι πια και τόσο δύσκολη. Οπότε, είναι σημαντικότερο για μια οικογένεια ίσως να περιορίσει τα έξοδα από τις μετακινήσεις».
Όταν καλούνται να κάνουν μία εκτίμηση του συνολικού ποσού που χρειάζονται στη διάρκεια της θητείας τους, οι συνομιλητές μας καταλήγουν πως ένα ποσό μεταξύ 300 και 400 ευρώ το μήνα είναι ο μέσος όρος.
Όσον αφορά την πηγή από την οποία προέρχονται τα χρήματα, είτε είναι οικονομίες που είχαν ξεκινήσει να κάνουν ήδη καιρό πριν παρουσιαστούν, είτε οικονομική βοήθεια από την οικογένειά τους.
«Εντάξει, είχαμε και τα χρήματα από τον στρατό», αστειεύεται ο Χρήστος. «Αλλά κανείς δεν τα υπολογίζει αυτά, πρόκειται για ένα ακόμη ανέκδοτο. Φτάνουν ίσως για δύο πακέτα τσιγάρα τον μήνα».
1.jpg
Το υπουργείο Εθνικής Άμυνας δεν χαρακτηρίζει το ποσό που λαμβάνουν οι φαντάροι ως «μισθό», αλλά «παροχή προς τους οπλίτες». Μηνιαία ανέρχεται σε 8,80 ευρώ για τους στρατιώτες, 9,98 για τους δεκανείς, και 11,15 για τους λοχίες. Μάλιστα, την περίοδο 1990-2003, ήταν ακόμη χαμηλότερο, μόλις 2,88 ευρώ (980 δραχμές).
Εντούτοις, τι μπορεί να κάνει κάποιος εάν δεν έχει κάποιο μπάτζετ στην άκρη, ή οικογένεια να τον στηρίξει, προκειμένου να αντεπεξέλθει οικονομικά κατά τη διάρκεια της θητείας του, κατά την οποία εξάλλου δεν μπορεί να εργαστεί; Οι επιλογές είναι δύο: είτε πάει στην Κύπρο, είτε υπηρετεί ως έφεδρος αξιωματικός.
«Η διαφορά όσον αφορά τα χρήματα μεταξύ Ελλάδας και Κύπρου είναι πράγματι τεράστια», υπογραμμίζει ο Γιώργος. Την περίοδο 2011-2012 που υπηρέτησε, ο απλός στρατιώτης στην Κύπρο λάμβανε αμοιβή 250 ευρώ, η οποία αυξανόταν στα 330 εάν βρισκόταν στη θέση του δεκανέα, όπως ο ίδιος.
«Αυτό σημαίνει ότι αν ξέρεις πώς να χρησιμοποιήσεις τα λεφτά σου, από την Κύπρο θα βγεις κερδισμένος», προσθέτει. «Όπως και να το κάνεις, 330 ευρώ είναι καλά χρήματα για κάποιον στρατιώτη σήμερα, την στιγμή που ο βασικός μισθός για κάποιον κάτω των 25 στην Ελλάδα είναι 410 ευρώ». Συμπληρώνει ότι τα δικά του αεροπορικά εισιτήρια επιστροφής στις άδειες ήταν δωρεάν και ο ίδιος, κάνοντας ένα καλό χειρισμό των χρημάτων του, επέστρεφε πάντοτε με χρήματα στην Ελλάδα.
Για την περίπτωση του εφέδρου, εκείνος που θα επιλέξει να ακολουθήσει τέτοια πορεία θα έχει έναν μισθό άνω των 500 ευρώ, θα δικαιούται επιδόματα, θα έχει μειωμένες υπηρεσίες και το δικαίωμα να τρώει στην Λέσχη, όπου το φαγητό είναι σαφώς καλύτερο. Από την άλλη, όμως, θα πρέπει να εξασφαλίσει ο ίδιος τη διαμονή του και θα χρειαστεί να υπηρετήσει 5 μήνες επιπλέον της κανονικής θητείας.
«Αυτή είναι μια λύση που ενδείκνυται περισσότερο για όποιον δεν έχει κάτι να τον περιμένει έξω, οπότε μπορεί να κάνει την παρατεταμένη θητεία και να βάλει τουλάχιστον λίγα χρήματα στην άκρη», λέει ο Θωμάς.
dsc_0547.jpg
Στις διάφορες διαμαρτυρίες που κατά καιρούς ακούγονται, από το υπουργείο Εθνικής Άμυνας υπενθυμίζεται ότι το ποσό των 8,80 ευρώ προκύπτει ύστερα από τις απαραίτητες κρατήσεις που γίνονται για τα έξοδα των φαντάρων. Το υπουργείο υπολογίζει πως ένας στρατιώτης κοστίζει 3.663 ευρώ. Αυτό χωρίζεται σε 545 ευρώ κόστος ένδυσης, 118,80 μισθοδοσία, 1.800 ευρώ τροφοδοσία, 900 ευρώ υλικά και καταστάσεις επιβιβάσεων, 200 ευρώ ιατρικές εξετάσεις και 100 ευρώ κόστος πρώτης τοποθέτησης.
Πριν από λίγες ημέρες, σε συνέντευξή του«Μειώνεται ο χρόνος της εναλλακτικής θητείας» | Η Αυγή ο αναπληρωτής υπουργός Εθνικής Άμυνας, Δημήτρης Βίτσας, προέβη σε μια θετική εξαγγελία για τη μείωση της εναλλακτικής θητείας (γι’ αυτούς που επιλέγουν την κοινωνική εργασία αντί της στρατιωτικής εκπαίδευσης) ούτως ώστε να διαρκεί το ίδιο με την κανονική. Σήμερα είναι μερικούς μήνες μακρύτερη.
Εντούτοις, για το ζήτημα της αμοιβής των κληρωτών τα νέα δεν ήταν ευχάριστα. «Δυστυχώς, δεν μπορούμε να το αυξήσουμε», ήταν η απάντηση του αναπληρωτή υπουργού, ο οποίος βέβαια κατά τρόπο παράξενο και αντιφατικό σε άλλο σημείο της συνέντευξης είπε ότι το βασικό για το υπουργείο είναι «ο στρατός να μην αποστερηθεί της λαϊκότητάς του».
10.jpeg
«Η ουσία βέβαια είναι μία», σχολιάζει ο Χρήστος. «Ότι στο διάστημα εκείνο δεν θα μπορείς να έχεις εισόδημα. Εγώ είχα την τύχη να έχω στην άκρη ένα μπάτζετ για να τα περάσω, εκείνος όμως που δεν είχε; Το παιδί που ζει στο μεροκάματο, εκείνους τους εννέα μήνες στερούνταν το μεροκάματό του. Θα έπρεπε δηλαδή να έχει δουλέψει κάποτε έναν χρόνο παραπάνω, απλά και μόνο για να πάει στον στρατό».
Ίσως το ζήτημα αυτό να έπρεπε να απασχολήσει τον υφυπουργό Αμύνης στην επόμενη συνέντευξή του.
