Η μεταμόρφωση του παραδοσιακού πανηγυριού

Οι κάτοικοι της Αιτωλοακαρνανίας αποκαλούν την περιοχή τους «μητέρα των πανηγυριών». Ίσως όχι άδικα, αφού κάθε καλοκαίρι γίνονται περισσότερες από 200 τέτοιες εκδηλώσεις. Κι ενώ οι εποχές της αφθονίας και της σαμπάνιας πέρασαν, ο κόσμος που αναζητά τα πανηγύρια ολοένα και αυξάνεται. 
Χρόνος ανάγνωσης: 
7

Στην ηπειρωτική Ελλάδα γίνονται κάθε καλοκαίρι περισσότερα από 200 πανηγύρια. Μονό στις 15 Αυγούστου λαμβάνουν χώρα 40, κάποια από τα οποία συγκεντρώνουν πολλές χιλιάδες επισκεπτών, που επιλέγουν να περάσουν το βράδυ τους ακούγοντας παραδοσιακή μουσική και αγνοώντας τα κατά τόπους μπαρ, που τις υπόλοιπες μέρες σφύζουν από κόσμο.Το inside story βρέθηκε στην –όπως πολλοί την αποκαλούν– «μητέρα των πανηγυριών» Αιτωλοακαρνανία και παρακολούθησε μία γιορτή που έχει καταφέρει να συγκεντρώνει χιλιάδες επισκεπτών σε περίοδο κρίσης.

Οι προετοιμασίες

Εννέα και μισή και στο κατάστημα που διοργανώνει το πανηγύρι, στην περιοχή των Λουτρών Χαλκιοπούλων Αιτωλοακαρνανίας, και ήδη έχουν αρχίσει να συρρέουν οι πρώτοι πελάτες. «Είμαστε προετοιμασμένοι για πολύ κόσμο», μας λέει ο επικεφαλής Γιώργος Καραχρήστος, ο “διαχειριστής” της εκδήλωσης, που λαμβάνει χώρα από τα τέλη της δεκαετίας του 1960.

pmagazatores.jpg

Ο ο “διαχειριστής” της εκδήλωσης Γιώργος Καραχρήστος με τον γιο του, Μάκη.

«Κατά τις 11 η ώρα περίπου θα έχουν φτάσει οι περισσότεροι και θα έχουν γεμίσει σχεδόν όλα τα τραπέζια», λέει και προσθέτει ότι φέτος υπάρχουν θέσεις «κλεισμένες» από Άρτα, ακόμη και από Λευκάδα. Ο γιος του Μάκης έχει αναλάβει τη διαχείριση των τραπεζιών και των καθισμάτων. «700 καρέκλες είναι ήδη κλεισμένες», ακούγεται να λέει σε πελάτη του μαγαζιού, σκυμμένος πάνω από τα χαρτιά που είναι γεμάτα με σημειώσεις.Οι εκτιμήσεις τελικά πέφτουν μέσα και ήδη από τις 10:30 ξεκινά να καταφθάνει ο κόσμος, με αποτέλεσμα σε λιγότερο από μιάμιση ώρα τα τραπέζια που «βλέπουν» την πίστα να είναι γεμάτα. Μαζί με αυτούς φτάνουν και οι μουσικοί, που αρχίζουν να κάνουν τις πρώτες ρυθμίσεις ήχου. Όλοι οι σερβιτόροι είναι στις θέσεις τους, ώστε να είναι έτοιμοι να εξυπηρετήσουν τα περισσότερα από 2.000 άτομα που αναμένονται.«Οι πρώτες ώρες από τη στιγμή που οι τραγουδιστές αρχίζουν να τραγουδούν είναι οι πιο δύσκολες για τους σερβιτόρους, που καλούνται να εξυπηρετήσουν εγκαίρως όλα αυτά τα άτομα, που παραγγέλνουν ταυτόχρονα», επισημαίνει ο Γιώργος Καραχρήστος. Τότε στήνεται και η κάμερα του τοπικού τηλεοπτικού καναλιού «Αχελώος», που κάθε χρόνο αναμεταδίδει τη συγκεκριμένη παραδοσιακή βραδιά.

Η ώρα περνά τις 12, οι τραγουδιστές ανεβαίνουν στην πίστα και οι προβλέψεις επιβεβαιώνονται. «Είναι η τρίτη συνεχόμενη χρονιά που φέρνουμε το συγκεκριμένο σχήμα τραγουδιστών και η τρίτη που ξεπερνάμε τα 2.000 άτομα», λέει ο κ. Καραχρήστος, που είδε παρά την κρίση που επικρατεί τον κόσμο να αυξάνεται.

Τα χρόνια των «παχιών αγελάδων» και τα σημάδια της κρίσης

Υπάρχει, ωστόσο, σύμφωνα με τον ίδιο μια διαφορά σε σχέση με τα πανηγύρια που λάμβαναν χώρα παλιότερα στον συγκεκριμένο χώρο και αυτή αφορά τα χρήματα που είναι διατεθειμένοι πλέον να χαλάσουν οι επισκέπτες που έρχονται για να συμμετάσχουν. «Μπορεί παλιότερα να μην είχαμε πάντα τον κόσμο των τριών τελευταίων χρόνων, αλλά ο τζίρος ήταν πολύ μεγαλύτερος», λέει ο Καραχρήστος. Και προσθέτει ότι, σε περίπτωση που δεν σημειωνόταν η αύξηση σε επισκέπτες το τελευταίο διάστημα, η μείωση του τζίρου θα ήταν τέτοια που μπορεί να έθετε σε κίνδυνο ακόμα και την ίδια τη διεξαγωγή του πανηγυριού.Ενδεικτικό είναι ότι κάποτε η ατραξιόν του μαγαζιού σε βραδιές σαν κι αυτήν ήταν τα κρεατικά του, που καταναλώνονταν σε πολύ μεγάλες ποσότητες. «Παλιότερα ερχόταν μια οικογένεια και παράγγελνε σίγουρα να φάει. Σήμερα μπορεί να έρθουν και να περάσουν τη βραδιά με αναψυκτικά και λίγες μπύρες», λέει ο ιδιοκτήτης.

pkouzina_2.jpg

Οι «μαγείρισσες» του μαγαζιού.

Η μείωση του τζίρου ακουμπά και τους τραγουδιστές, ακόμη και του υψηλού βεληνεκούς. «Δεν έχουμε ένα ντε φάκτο ποσό για να τραγουδήσουμε κάπου, αυτό έρχεται ύστερα από συνεννόηση στο τέλος της βραδιάς», επισημαίνει ο Γιάννης Καψάλης, ο οποίος αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα ονόματα στο δημοτικό τραγούδι. «Αν δεν έχει πάει καλά δηλαδή η δουλειά, δεν θα βάλουμε και το μαχαίρι στο λαιμό στον επιχειρηματία για να του πάρουμε τα χρήματα».«Έχουν περάσει οι παλιές καλές εποχές», προσθέτει γελώντας ο κ. Καραχρήστος. Εποχές από τις οποίες, όπως παραδέχεται, δεν έλειπαν οι ακρότητες και η άσκοπη σπατάλη χρημάτων. «Έχουμε “χτίσει” κι εμείς παλιότερα με σαμπάνιες τραγουδιστή», λέει και μας θυμίζει το πρόσφατο περιστατικό στην Αιτωλοακαρνανία, όπου πελάτης «άνοιξε» ολόκληρα κουτιά με σαμπάνιες στα πόδια τραγουδιστή. «Η σαμπάνια είναι ο μεγάλος χαμένος της όλης υπόθεσης», λέει ο μαγαζάτορας, προσθέτοντας πως οι πωλήσεις της μπορεί να έχουν πέσει περισσότερο από 70%.

Πλέον σήμερα αποτελεί ρίσκο να επενδύσει κανείς πολλά χρήματα για να κλείσει ένα μεγάλο όνομα να τραγουδήσει στο πανηγύρι του, μετά και το 2009 που αποτέλεσε χρονιά αιχμής για τον κλάδο. «Γιατί πέρα από τον τραγουδιστή πρέπει να πληρωθεί και η μπάντα του, η οποία μπορεί να φτάνει και τα 10 άτομα», λέει ο Καραχρήστος. «Έχουν υπάρξει μάλιστα δύο φορές που έχω μπει μέσα και έχω αναγκαστεί να βάλω χρήματα από την τσέπη μου στο τέλος της βραδιάς», προσθέτει. Η αύξηση του κόσμου είναι η μόνη που «σώζει» την κατάσταση.

Εκσυγχρονισμός, το αντίδοτο που φαίνεται να δρα

Ποιος είναι όμως ο παράγοντας που φέρνει τα τελευταία χρόνια όλο και περισσότερο κόσμο πίσω στα πανηγύρια; Ο Καραχρήστος και ο Γιάννης Καψάλης, που τραγουδά σε πανηγύρια περίπου 30 χρόνια, συμφωνούν ότι μεγάλο ποσοστό της αύξησης οφείλεται στο γεγονός ότι πια τα πανηγύρια στην ηπειρωτική Ελλάδα δεν μοιάζουν πολύ με τα παλιότερα, καθώς έχουν εκσυγχρονιστεί, με αποτέλεσμα να προσελκύουν περισσότερους νέους.

kouzina-1.jpg

Άποψη της κουζίνας.

«Παλιότερα αυτοί που χόρευαν στα πανηγύρια της ηπειρωτικής Ελλάδας έπρεπε να πληρώσουν», λέει ο Γιάννης Καψάλης, ο οποίος τραγουδά στο συγκεκριμένο πανηγύρι εδώ και τρία χρόνια. «Σήμερα εν αντιθέσει, ο χορός είναι ελεύθερος, με αποτέλεσμα να μπορεί να χορέψει οποιοσδήποτε επιθυμεί». Από την άλλη έχουν κοπεί κατά πολύ οι αφίσες των πανηγυριών, που γέμιζαν κατά καιρούς τους δρόμους της περιφέρειας. «Είναι αρκετά αντιαισθητικό να τις βλέπεις σκισμένες στο δρόμο», παραδέχεται ο Γιώργος Καραχρήστος, προσθέτοντας ότι πλέον η διαφήμιση μέσω social media είναι αρκετά αποδοτική.Η πιο μεγάλη αλλαγή έχει επέλθει, όμως, στο ρεπερτόριο των καλλιτεχνών, το οποίο έχει κατά κάποιον τρόπο εκσυγχρονιστεί, οδηγώντας στην πίστα όλο και πιο νέες ηλικίες. Χαρακτηριστικό της αλλαγής είναι πως κατά τη διάρκεια του εν λόγω πανηγυριού ακούστηκαν τα τραγούδια «Ξημερώματα» και «Μάντισσα», που αποτελούν μεγάλες επιτυχίες της εποχής και ακούγονται σε ραδιόφωνα της Ελλάδας.

Πολλοί λένε πως αυτές οι αλλαγές έχουν μεταβάλει και τον χαρακτήρα του ίδιου του δημοτικού τραγουδιού και το έχουν κάνει πιο σύγχρονο και πιο μαζικό, το λεγόμενο «νεοδημοτικό». Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Γιάννης Καψάλης από τη νέα σεζόν θα είναι ο πρώτος δημοτικός τραγουδιστής που ηγείται ενός μουσικού σχήματος μεγάλου λαϊκού νυχτερινού μαγαζιού, του Ποσειδωνίου.Τον ίδιο δεν τον ενοχλεί η μετάλλαξη του δημοτικού τραγουδιού σε κάτι πιο ελαφρύ. «Ήθελα να γίνει αυτό το βήμα για να γνωρίσει όλο και περισσότερος κόσμος το δημοτικό τραγούδι και όνειρό μου είναι να ανοίξω την πόρτα και σε άλλα νέα παιδιά, που ασπάζονται το είδος», μας λέει.

«Πλέον πολλοί λαϊκοί τραγουδιστές περιμένουν πώς και πώς τραγούδι μας δημοτικό για να το βάλουν στο πρόγραμμα τους», λέει ο Γιάννης Καψάλης. Aρκετά τραγούδια του έχουν διασκευαστεί από λαϊκούς τραγουδιστές, οι οποίοι τα έχουν κάνει επιτυχίες. Αυτό σύμφωνα με τον ίδιο είναι απόδειξη πως η δημοτική μουσική ακόμη και σήμερα «πουλάει» στον κόσμο, όποια μορφή κι αν πάρει.

Η ζωή του δημοτικού τραγουδιστή

Ένας δημοτικός τραγουδιστής που έχει μια σχετική επιτυχία δεν σταματά να εργάζεται όλον τον χρόνο. Κι αυτό διότι πέραν της χειμερινής περιόδου, που τραγουδά σε μαγαζιά της Αθήνας, από τον Μάιο μέχρι τα τέλη Σεπτέμβρη βρίσκεται μέσα σε ένα αυτοκίνητο και ταξιδεύει από περιοχή σε περιοχή, τραγουδώντας στα κατά τόπους πανηγύρια.

«Από τις 14 Ιουλίου μέχρι τις 20 Αυγούστου έχω μόνο τρεις μέρες κενές», επισημαίνει ο Καψάλης, που την προηγούμενη νύχτα κοιμήθηκε ελάχιστα, γιατί τραγουδούσε αλλού. «Έκανα τρία ολόκληρα χρόνια για να κλείσω τον συγκεκριμένο τραγουδιστή», λέει ο Γιώργος Καραχρήστος. Η ζήτηση για τα μεγάλα ονόματα είναι τόσο μεγάλη, που οι διαθέσιμες ημερομηνίες είναι ελάχιστες. «Να φανταστείς για να τον κλείσω για την επόμενη χρονιά θα κάνουμε κουβέντα από τώρα», προσθέτει γελώντας.«Έχει υπάρξει πανηγύρι στον Αμπελώνα Λάρισας, στο οποίο τραγούδησα μπροστά σε 6.000 άτομα· το μάτι μου είχε χαθεί απ΄τον πολύ κόσμο! Έχουμε πάει από τον Έβρο μέχρι τη νότια Πελοπόννησο», λέει ο Γιάννης Καψάλης. Υπάρχουν μάλιστα σύμφωνα με τον ίδιο άνθρωποι, οι οποίοι τον ακολουθούν από πανηγύρι σε πανηγύρι, από μέρα σε μέρα.

pkapsalis.jpg

Ο Γιάννης Καψάλης.

Όλος αυτός ο κόσμος αποτελεί μέρος της δουλειάς τους, καθώς είναι αυτοί που τους στηρίζουν στη βάση τους, τον χειμώνα. «Έρχονται πολλοί στα καμαρίνια του αθηναϊκού μαγαζιού και μας λένε “σας έχουμε παρακολουθήσει στο τάδε καλοκαιρινό πανηγύρι”».

Η οικονομία των πανηγυριών

Πέραν, όμως, των άμεσα εμπλεκομένων, τα πανηγύρια είναι πηγή εσόδων και για αρκετούς που είτε δουλεύουν στο σέρβις, είτε πουλούν τα προϊόντα τους στην περίμετρο της εκδήλωσης. «Στο πανηγύρι απασχολούνται περίπου 20 άτομα», μας λέει ο Καραχρήστος. Πολλοί εξ αυτών είναι νέα παιδιά, που το υπόλοιπο διάστημα δεν εργάζονται ως σερβιτόροι, αλλά δουλεύουν εκείνη την μέρα προκειμένου να βγάλουν ένα καλό μεροκάματο.

Μαζί με αυτούς και οι «γυρολόγοι» των πανηγυριών, οι πλανόδιοι, που το καλοκαίρι πηγαίνουν από περιοχή σε περιοχή πουλώντας λουκουμάδες, γλειφιτζούρια, ποπ κoρν, cds, ακόμη και παιχνίδια. Μεταξύ αυτών ο κύριος Νίκος, ο οποίος μαζί με τη γυναίκα του γυρνά εδώ και είκοσι χρόνια όλα τα πανηγύρια, τον χειμώνα της Αττικής και το καλοκαίρι της Αιτωλοακαρνανίας, προσπαθώντας να βγάλει τα προς το ζην. Όπως μας λέει, κάποτε η συγκεκριμένη δουλειά μπορεί να σου απέφερε αρκετά χρήματα, αλλά μετά το ξέσπασμα της κρίσης οι πωλήσεις έχουν πέσει αρκετά.

Παρά τις ενστάσεις που μπορεί να έχει κανείς για ορισμένες πτυχές της αισθητικής του «νεοελληνικού» πανηγυριού, αυτό συνεχίζει να είναι «δυνατό χαρτί» στη διασκέδαση των Ελλήνων και ένας παράγοντας που κρατά ζωντανές τις τοπικές οικονομίες, ειδικά κατά την καλοκαιρινή περίοδο.

Γεννήθηκε κατακαλόκαιρο του 1996 στο εξωτικό Αγρίνιο. Σπουδάζει στο Τμήμα Επικοινωνίας και ΜΜΕ του Πανεπιστημίου Αθηνών. Υπήρξε ιδρυτής του ενημερωτικού ιστότοπου AthensPost ενώ παράλληλα του αρέσει να bloggαρει για θέματα που αγαπά.