Οι ασφαλιστικές κινδυνεύουν από την υπερβολική προνοητικότητα που έδειξαν
‘

Οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις που λειτουργούν στην Ευρωζώνη πρέπει σε κάθε χρονική στιγμή να είναι σε θέση να καλύπτουν τις υποχρεώσεις τους, το μεγαλύτερο μέρος των οποίων αποτελείται από υποχρεώσεις προς τους ασφαλισμένους τους.Το βασικό χαρακτηριστικό αυτών είναι ότι δεν αποτελούν ένα εκ των προτέρων γνωστό μέγεθος, καθώς το ύψος τους εξαρτάται από το πότε και πώς θα επέλθει η ζημιά για την ασφαλιστική, ή αλλιώς το γεγονός που επιφέρει ασφαλιστική κάλυψη για τον πελάτη.Για να μπορεί να θεωρηθεί ότι μια ασφαλιστική είναι σε θέση να εκπληρώνει τις υποχρεώσεις της, το θεσμικό πλαίσιο Φερεγγυότητα ΙΙ (Solvency II) θέτει δύο βασικές απαιτήσεις: καταρχάς, η ασφαλιστική υποχρεούται να διαθέτει περιουσιακά στοιχεία που να καλύπτουν –κατά μέσο όρο– τις υποχρεώσεις της προς τους ασφαλισμένους. Ο μέσος όρος των υποχρεώσεων αυτών, προσαυξημένος με ένα περιθώριο κινδύνου, ονομάζεται τεχνική πρόβλεψη.
| Σύνολο ενεργητικού ασφαλιστικών με έδρα την Ελλάδα (31.12.2016) | 15,9 | Τοποθετήσεις σε κρατικά ομόλογα: 6,8 |
| Επενδύσεις unit-linked (τον κίνδυνο των οποίων φέρουν οι ασφαλισμένοι): 2,3 | ||
| Άλλο: 6,8 | ||
| Σύνολο τεχνικών προβλέψεων | 11,9 | Ασφαλίσεις ζωής: 8,9 |
| Ασφαλίσεις κατά ζημιών: 3 | ||
| Συνολικές υποχρεώσεις ασφαλιστικών | 13 |
Επειδή η τεχνική πρόβλεψη είναι πιθανόν να μην επαρκεί, το νέο πλαίσιο απαιτεί επιπρόσθετα από την ασφαλιστική να διαθέτει ίδια κεφάλαια, τα οποία να καλύπτουν όχι μόνο τις τεχνικές προβλέψεις αλλά και όλες τις πιθανές υποχρεώσεις της σε ορίζοντα 12 μηνών (το ποσοστό κάλυψης πρέπει να ανέρχεται στο 99,5%). Αυτό το ελάχιστο ποσό των ιδίων κεφαλαίων που πρέπει να διατηρούν οι ασφαλιστικές ονομάζεται κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας.Το νέο πλαίσιο εισάγει και διαδικασία αξιολόγησης, που θα γίνεται από τις ίδιες τις ασφαλιστικές, των κινδύνων που έχουν αναλάβει και της φερεγγυότητάς τους. Η αυτό-αξιολόγηση διενεργείται τουλάχιστον μια φορά το χρόνο και εξετάζονται οι επιπτώσεις ενδεχόμενων ακραίων σεναρίων και δυσμενών γεγονότων στη χρηματοοικονομική κατάσταση των ασφαλιστικών, σε χρονικό ορίζοντα 3 ως 5 ετών.Η Τράπεζα της Ελλάδος, που είναι υπεύθυνη για την εποπτεία των ασφαλιστικών επιχειρήσεων στην Ελλάδα, σημειώνει ότι παρά το δυσμενές οικονομικό περιβάλλον, η ασφαλιστική αγορά εμφανίζει επάρκεια κεφαλαίων καλής ποιότητας.
Όταν οι ασφαλιστικές “ξεφορτώθηκαν” τους ελληνικούς και νοτιοευρωπαϊκούς τίτλους, στη θέση τους αγόρασαν γερμανικούς, γαλλικούς και άλλους κυβερνητικούς τίτλους ευρωπαϊκών χωρών, καλυμμένες ομολογίες και εταιρικά ομόλογα. Κοινό χαρακτηριστικό των νέων επενδύσεων είναι η υψηλή πιστοληπτική τους διαβάθμιση (από «AAA» ως «A»), καθώς σε καθεστώς Solvency II, όσο υψηλότερη αξιολόγηση έχει ένα χρεόγραφο, τόσο μικρότερα αποθέματα πρέπει να διατηρεί η ασφαλιστική.Υπό το παραπάνω πρίσμα, η στροφή προς την ποιότητα συνέβαλε, ώστε να λάβουν όλες οι εταιρείες –άλλες εύκολα και άλλες δύσκολα (με χρήση μεταβατικών μέτρων)– πιστοποιητικά φερεγγυότητας, με βάση τους κανόνες του Solvency II.Πρόκειται για μια άκρως σημαντική εξέλιξη σε μιαν αγορά, που μέχρι πριν από μια δεκαετία ταλανιζόταν από ηχηρά “κανόνια”, τα οποία συντηρούσαν κλίμα αναξιοπιστίας.
Μία από τις πιο γνωστές διαφημίσεις της Ασπίς Πρόνοια, κάποτε δεύτερης μεγαλύτερης ασφαλιστικής στη χώρα, που χρεοκόπησε το 2009.Με βάση τα στοιχεία του τέλους του 2016, όλες οι ασφαλιστικές κρίθηκε πλέον ότι διαθέτουν επαρκή αποθέματα και κεφάλαια για να καλύψουν όχι μόνο τις άμεσες, αλλά και τις μελλοντικές τους υποχρεώσεις.Για να πετύχουν όμως την αναγκαία προσαρμογή, οι περισσότερες ασφαλιστικές όπως είδαμε “αποστείρωσαν” τα επενδυτικά τους χαρτοφυλάκια, μειώνοντας δραστικά τα επίπεδα αναλαμβανόμενου κινδύνου. Τα λεφτά δηλαδή των ασφαλισμένων είναι αυτή τη στιγμή τοποθετημένα σε χρεόγραφα με πολύ χαμηλό κίνδυνο, αλλά και χαμηλές υποσχόμενες αποδόσεις.
Ο κίνδυνος για τις ίδιες τις εταιρείες και τους ασφαλισμένους τους θα προκύψει εάν το σημερινό περιβάλλον χαμηλών επιτοκίων και επομένως χαμηλών αποδόσεων συνεχισθεί για μερικά χρόνια ακόμη.Δεν πρόκειται για αυθαίρετη εκτίμηση. Αποτελεί μια από τις βασικές επισημάνσεις του περσινού πανευρωπαϊκού stress test, που διενέργησε ο ευρωπαϊκός επόπτης (ΕΙΟΡΑ) σε συνεργασία με την Τράπεζα της Ελλάδος.Σκοπός της άσκησης ήταν η εκτίμηση της αντοχής των ασφαλιστικών σε ακραία σενάρια μεταβολής των παραμέτρων της αγοράς και χαμηλών επιτοκίων και η αναγνώριση των επιπτώσεών τους, κατά το πρώτο έτος εφαρμογής του πλαισίου Φερεγγυότητα ΙΙ.Στην άσκηση συμμετείχαν οι οκτώ μεγαλύτερες ασφαλιστικές με δραστηριότητα στην Ελλάδα, εκ των οποίων οι δύο δραστηριοποιούνται αποκλειστικά στον κλάδο Ζωής, ενώ οι υπόλοιπες έξι έχουν παρουσία τόσο στις ασφαλίσεις ζωής, όσο και στις ασφαλίσεις κατά ζημιών.Όπως αποκαλύπτει η πρόσφατη έκθεση νομισματικής πολιτικής της ΤτΕ, το περσινό stress test έδειξε πως «μια παρατεταμένη περίοδος χαμηλών επιτοκίων θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο τη βιωσιμότητα ασφαλιστικών επιχειρήσεων, που αναπτύσσουν ή διατηρούν επιχειρηματικά μοντέλα βασισμένα στην παροχή μακροχρόνιων χρηματοοικονομικών εγγυήσεων».
rnomismatiki_2017_stournaras.jpg
Σε απλά ελληνικά, πρόβλημα ενδέχεται να αντιμετωπίσουν (αν παραμείνουν χαμηλά τα επιτόκια) οι ασφαλιστικές που διαθέτουν μεγάλα χαρτοφυλάκια με προγράμματα εγγυημένης απόδοσης. Όσο παλαιότερο είναι δε ένα χαρτοφυλάκιο, τόσο μεγαλύτερο θα είναι το πρόβλημα, καθώς οι ασφαλιστικές θα πρέπει να καλύπτουν εγγυημένες αποδόσεις που φθάνουν ως και το 5%.Τη δεκαετία του ’90, όταν άρχισε να αναπτύσσεται η αγορά ασφαλιστηρίων Ζωής, οι ασφαλιστικές παρείχαν προγράμματα Ζωής με εγγυημένη απόδοση της τάξης του 4,6% ως και 5% (συνταξιοδοτικά). Από τα μέσα της δεκαετίας του 2000, οι εγγυημένες αποδόσεις έπεσαν μεν κάτω από το 2%, αλλά σε μέσο όρο το ύψος της εγγυημένης απόδοσης για προϊόντα Ζωής παραμένει σήμερα μεταξύ 3% και 4%.Αν το περιβάλλον χαμηλών επιτοκίων συνεχισθεί, οι ασφαλιστικές θα έχουν πρόβλημα να βγάζουν απόδοση της τάξης του 4% για να καλύπτουν τις υποχρεώσεις τους έναντι των ασφαλισμένων που διαθέτουν τέτοια προγράμματα.Πάντως, πρόκειται για πανευρωπαϊκό πρόβλημα, σύμφωνα με έμπειρα στελέχη στις μακροχρόνιες επενδύσεις, το οποίο προκλήθηκε από το Solvency II. Το νέο πλαίσιο “τιμωρεί” σε υπερβολικό βαθμό την ανάληψη κινδύνου για τις ασφαλιστικές, που πρέπει να βγάλουν μακροχρόνιες εγγυημένες αποδόσεις για τους ασφαλισμένους τους. Για το λόγο αυτό ζητούνται αλλαγές και προσαρμογές, που δεν είναι εμφανές ακόμη αν διενεργηθούν άμεσα.
Τα πρώτα δείγματα του προβλήματος έγιναν ορατά πέρυσι. Οι περισσότερες ασφαλιστικές που δραστηριοποιούνται –και– στον κλάδο Ζωής (Εθνική Ασφαλιστική, Eurolife, Groupama, Αγροτική Ασφαλιστική, Allianz) αναγκάστηκαν να αυξήσουν τα αποθέματά τους, λόγω των χαμηλών επιτοκίων.Ειδικότερα, υποχρεώθηκαν να χρησιμοποιήσουν –στον έλεγχο επάρκειας αποθεμάτων– χαμηλό προεξοφλητικό επιτόκιο, με αποτέλεσμα να προκύψει έλλειμμα, το οποίο κάλυψαν κάνοντας χρήση κεφαλαιακών εφεδρειών ή προχωρώντας σε αυξήσεις κεφαλαίου (όπως έκανε η NN Hellas).Τρεις εταιρείες ζήτησαν από την Τράπεζα της Ελλάδος και πήραν άδεια για χρήση μεταβατικού επιτοκίου προεξόφλησης των τεχνικών προβλέψεων. Σε περιπτώσεις που δεν εξασφαλιζόταν η φερεγγυότητα της επιχείρησης χωρίς τη χρήση του μεταβατικού μέτρου, απαιτήθηκε η υποβολή σχεδίου σταδιακής εφαρμογής, στο οποίο προσδιορίζονται συγκεκριμένα μέτρα αποκατάστασης.
Υπήρξαν ελάχιστες εταιρείες που πήγαν κόντρα στο ρεύμα. Η Eurolife ρευστοποίησε κατά τη διάρκεια του 2016 θέσεις σε Αμοιβαία Κεφάλαια Διαχείρισης Διαθεσίμων και επένδυσε τα έσοδα (135,8 εκατ. ευρώ) σε ομόλογα και έντοκα γραμμάτια ελληνικού δημοσίου. Είχε προηγηθεί, βέβαια, η πώληση χαρτοφυλακίου κρατικών ομολόγων της ευρωπαϊκής περιφέρειας στην μεγαλομέτοχό της Fairfax, κίνηση που χάρισε στην Eurolife υψηλά κέρδη, αλλά και μεγαλύτερη ευχέρεια στη διαχείριση του χαρτοφυλακίου επενδύσεών της.
| Eurolife | |
| 138,5 εκατ. ευρώ σε ομόλογα και έντοκα γραμμάτια ελληνικού δημοσίου | |
| Εθνική Ασφαλιστική | |
| 516,2 εκατ. ευρώ σε έντοκα γραμμάτια ελληνικού δημοσίου | 146 εκατ. ευρώ σε ελληνικά κρατικά ομόλογα |
| Ελληνική θυγατρική ΑΧΑ | |
| 101 εκατ. ευρώ σε ιταλικά ομόλογα | 89,9 εκατ. ευρώ σε ισπανικά ομόλογα |
Η Εθνική Ασφαλιστική διατήρησε υψηλές θέσεις σε έντοκα γραμμάτια ελληνικού Δημοσίου (516,2 εκατ. ευρώ) καθώς και ελληνικά κρατικά ομόλογα εύλογης αξίας 146 εκατ. ευρώ. Επιπρόσθετα, το 1,4% του χαρτοφυλακίου της μητρικής –εξαιρουμένων των unit-linked– ήταν επενδυμένο σε μετοχές κυρίως του Γενικού Δείκτη του Χ.Α.Τέλος, η εν Ελλάδι θυγατρική του γαλλικού ασφαλιστικού κολοσσού AXA διατήρησε υψηλές θέσεις σε ιταλικά (101 εκατ. ευρώ) και ισπανικά ομόλογα (89,9 εκατ. ευρώ), τα οποία αποτελούσαν στο τέλος του 2016 το 97,4% των συνολικών τοποθετήσεών της σε κυβερνητικούς τίτλους.
ahains.jpg
Σημειώνεται ότι κατά τους τελευταίους 12 μήνες (1η Ιουλίου 2016-1η Ιουλίου 2017) το ελληνικό δεκαετές ομόλογο έχει δώσει απόδοση της τάξης του 25,7%, με αποτέλεσμα όσες ασφαλιστικές διατηρούν έστω μικρό μέρος του χαρτοφυλακίου επενδύσεων σε εγχώριους τίτλους να καταγράψουν αξιοσημείωτα κέρδη ή υπεραξίες.
