Η Τζόνι Μίτσελ στα Μάταλα

Σήμερα, στα Μάταλα όλοι θυμούνται το πέρασμά της από εκεί και δεν υπάρχει ντοκιμαντέρ, δημοσίευμα ή δημόσια συζήτηση για τους χίπις σε αυτό το μικρό κομμάτι της νότιας Ευρώπης που να μην αναφέρει το όνομά της. Η Μίτσελ στο τραγούδι Carey απαθανάτισε όχι μόνο τη σχέση της με τον νεαρό Κάρι Ράντιτζ, αλλά και το σκηνικό που την φιλοξένησε. Η ταβέρνα Mermaid, ο ζεστός σιρόκος από την Αφρική και το φεγγάρι πάνω από τα Μάταλα τραγουδιούνται ακόμα σε όλον τον κόσμο.Τις συνθήκες που την έφεραν στην Ελλάδα διηγήθηκε η Καναδή τραγουδίστρια σε συνέντευξή της στη Wall Street Journal: «Όταν χωρίσαμε με τον Γκράχαμ ήμουν πραγματικά πάρα πολύ στεναχωρημένη. Πίστευα στη σχέση και ξαφνικά τελείωσε, οπότε ξαφνικά αμφισβητούσα τον ίδιο μου τον εαυτό. Επιπλέον, έχασα σχεδόν όλη την παρέα μου στο Λος Άντζελες, φίλους που έβλεπα καθημερινά και πήραν το μέρος του Γκράχαμ όταν τον χώρισα. Όλα αυτά ήταν πολύ δύσκολα».Η Μίτσελ έφυγε για την Ελλάδα μαζί με την φίλη της Πηνελόπη. Τις πρώτες ημέρες έμειναν στην Αθήνα. Η ίδια θεωρεί ότι δεν έμοιαζε με χίπι, «αλλά σίγουρα δεν έμοιαζα με Ελληνίδα. Τα ανοιχτόχρωμα μαλλιά μου ξεχώριζαν και την ημέρα τα μάζευα ψηλά, πολύ συντηρητικά, σαν δασκάλα». Παρόλα αυτά, στο δρόμο πολλοί, άνδρες κυρίως, της φώναζαν «Σίπι, σίπι, πήγαινε στα Μάταλα, εκεί είναι οι δικοί σου».
hippiecaves61.jpg
Λίγες ημέρες αργότερα, οι δύο φίλες αποφάσισαν να ακολουθήσουν τη συμβουλή και επιβιβάστηκαν σε ένα πλοίο. Το πρώτο τους βράδυ στην Κρήτη το πέρασαν σε ένα ξενοδοχείο στο Ηράκλειο. Την επόμενη, νοίκιασαν ένα Volkswagen βανάκι και με αυτό έκαναν τα 70 χιλιόμετρα μέχρι τα Μάταλα.Βρέθηκαν σε έναν οικισμό που δεν είχε σπίτια, μόνο δυο μανάβικα, έναν φούρνο, ένα παντοπωλείο που διέθετε και το μοναδικό τηλέφωνο του χωριού, δύο ταβέρνες και λιγοστά ενοικιαζόμενα δωμάτια. Σχεδόν όλοι οι χίπις που είχαν ταξιδέψει μέχρι εκεί, ζούσαν στις σπηλιές πάνω από την παραλία.
Οι λαξευμένες αυτές σπηλιές ήταν έργο των προϊστορικών κατοίκων του νησιού, ενώ κατά τη ρωμαϊκή περίοδο είχαν χρησιμοποιηθεί ως τάφοι. Οι πρώτοι σύγχρονοι που τις κατοίκισαν ήταν μπίτνικ ταξιδιώτες στα μέσα των ’60ς. Από το 1967, οι αλλοτινοί τάφοι έγιναν κρεβάτια και σπίτια για τους χίπις από όλο τον κόσμο που ήθελαν να ζήσουν όσο πιο κοντά στη φύση γίνεται, σε κυριολεκτικά πρωτόγονες συνθήκες. Πολλοί από αυτούς ήταν απόφοιτοι πανεπιστημίων, άλλοι πρώην στρατιώτες, κάποιοι λιποτάκτες του Βιετνάμ και κανείς δεν ήθελε να έχει πολλά πολλά με την καταναλωτική κοινωνία.Η Μίτσελ με την Πηνελόπη νοίκιασαν ένα πλινθόκτιστο καλυβάκι στον οικισμό. Σε ένα φόρουμ με πρωταγωνιστές της εποχής, κάποιος θυμάται την πρώτη επαφή της Μίτσελ με την κοινότητα των σπηλαίων. Στην αρχή, όταν την είδαν με το βανάκι και τα ωραία της ρούχα, σκέφτηκαν περιφρονητικά ότι επρόκειτο για κάποια πλούσια χίπι, κανείς δεν την αναγνώρισε. Η Τζόνι τους πλησίασε και έκατσε μαζί τους. Έβγαλε από την τσάντα της ένα μεγάλο μπουκάλι κρασί και ένα πιπάκι με χασίς. Προσέφερε και τα δύο στην παρέα και ρώτησε πώς μπορούσε κανείς να βρει μια σπηλιά στο λόφο. Αφού μοιράστηκε μαζί τους κι ένα πακέτο μπισκότα Οreo, έβγαλε από την τσάντα της ένα μικρό έγχορδο μουσικό όργανο μεταξύ άρπας και σαντουριού (dulcimer) και για είκοσι λεπτά τραγούδησε, αφήνοντας τους πάντες με το στόμα ανοιχτό καθώς συνειδητοποίησαν ποια ήταν. Η Μίτσελ μάζεψε τα πράγματά της και είπε πως θα πήγαινε στο ταβερνάκι για φαγητό. Το ίδιο βράδυ θα γνώριζε τον Κάρι.
life.jpg
Η Τζόνι θυμάται ακριβώς πώς έγινε η θεαματική του είσοδος στη ζωή της: «Κοιτούσαμε με την Πηνελόπη τη θάλασσα, όταν ακούσαμε μια έκρηξη πίσω μας. Γύρισα και είδα έναν τύπο με κόκκινα γένια να πετάγεται από ένα καφενείο. Φορούσε λευκό τουρμπάνι, πουκάμισο Νεχρού και λευκό παντελόνι. Είπα στην Πηνελόπη, «τι είσοδος! Aυτόν πρέπει να τον γνωρίσω». Ήταν Αμερικάνος και δούλευε σε ένα από τα δύο μαγαζιά, το Δελφίνι. Πίστευε ότι ήταν μεγάλος σεφ και προφανώς είχε ένα ατύχημα με το υγραέριο. Eίχε τσουρουφλίσει τα χέρια του. Έτσι μπήκε ο Κάρι “Κάροτ” Ράντιτζ στη ζωή μου, με ένα μπαμ».Την επόμενη μέρα, η Μίτσελ και η Πηνελόπη πήγαν για ένα ποτό μαζί του. Στην παρέα τους βρίσκονταν χίπις και κάποιοι στρατιώτες, και κάποιος πρότεινε να πιουν ρακή. «Δεν ήμουν του ποτού. Ήπια τρία ποτήρια και το πρωί ξύπνησα στην σπηλιά του Κάρι. Τα τακούνια από τις μπότες μου είχαν σπάσει, προφανώς από τη νυχτερινή ανάβαση στα βράχια, την οποία δεν θυμόμουν καθόλου». Γύρισε στο σπιτάκι που είχε νοικιάσει με την Πηνελόπη και ανακάλυψε ότι η φίλη της το είχε σκάσει με έναν από τους στρατιώτες από το προηγούμενο βράδυ. Δεν την ξαναείδε για πολλά χρόνια.«Χωρίς την Πηνελόπη ήμουν μόνη, σε πολύ εύθραυστη συναισθηματική κατάσταση. Πονούσα ακόμα από τον χωρισμό και πια δεν είχα κανέναν να μιλήσω». Ο Κάρι δεν ήταν ο πιο εύκολος άνθρωπος στην κοινότητα, αλλά είχε έντονη προσωπικότητα, κάτι που άρεσε στη Μίτσελ. «Επιπλέον, ήμουν κάπως γνωστή και όπου πήγαινα με ακολουθούσαν χίπις. Προσκολλήθηκα στον Κάρι επειδή ήταν ατρόμητος και κρατούσε το πλήθος μακριά μου. Γρήγορα μετακόμισα μαζί του σε μια σπηλιά».Έγιναν αχώριστοι. Ήταν συνέχεια μαζί, έκαναν περιπάτους, κολυμπούσαν, μαγείρευαν, και καμιά φορά πήγαιναν με το βανάκι μέχρι το Ηράκλειο, όπου και τους απαθανάτισε την ημέρα του Πάσχα ένας πλανόδιος φωτογράφος σε ένα πάρκο.
Η ζωή χωρίς βασικές ανέσεις δεν ήταν εύκολη. Βότσαλα, ξερόχορτα και μια κουρελού που δανείστηκε η Τζόνι επιστρατεύθηκαν για να κάνουν τα αυτοσχέδια κρεβάτια τους πιο μαλακά. Αλλά στην πραγματικότητα δεν υπήρχε καμία άνεση. Όταν είχε μεγάλα κύματα που έσκαγαν στα βράχια, οι σπηλιές τραντάζονταν. Παρόλα αυτά, όλοι πήραν κιλά στα Μάταλα καθώς έτρωγαν πολύ καλά, κυρίως πολλές μηλόπιτες. Η Μίτσελ θυμάται τη γυναίκα που είχε το φούρνο από όπου αγόραζαν ψωμί, γιαούρτι και ρυζόγαλο. Μια μέρα που δεν ήθελαν να δώσουν χρήματα στο κατάστημα που είχε το μονοπώλιο του μοναδικού ψυγείου του οικισμού και νοίκιαζε τα ράφια του, με τον Κάρι περπάτησαν δέκα μίλια μέχρι το επόμενο κατάστημα. Στο Mermaid τα γλέντια ήταν σχεδόν καθημερινά. Περιλάμβαναν μουσική από ένα παλιό πικάπ που λειτουργούσε με μπαταρίες που αγοράζονταν με έρανο και σπάσιμο πιάτων.
Η Μίτσελ έγραψε το τραγούδι Carey ως δώρο για τα 24α γενέθλια του Κάρι, στις 19 Απριλίου 1970. «Δεν θυμάμαι την αντίδρασή του. Ήταν πάντα αφηρημένος και μερικές φορές σχεδόν αγενής, προσπαθώντας να με μειώσει ή να με τρομοκρατήσει. Νομίζω ότι εκείνη την εποχή ένιωθε πολύ ανώτερος από τις γυναίκες, και γι’ αυτό στους στίχους τον αναφέρω ως “mean old Daddy”. Όσο για το επιπλέον e στο όνομα είναι Cary, όχι Carey], ήταν δικό μου ορθογραφικό λάθος».Μετά από δύο μήνες με τον Κάρι επισκέφθηκαν την Αθήνα για να δουν μια παράσταση όπου συμμετείχαν χίπις από τα Μάταλα. Όμως είχε φτάσει η ώρα να χωρίσουν οι δρόμοι τους. Μετά από δύο μήνες, η Μίτσελ επιθυμούσε να ξαναβρεθεί στον πολιτισμό. «Τα μαλλιά μου είχαν γίνει σαν σχοινί από το θαλασσινό νερό, τα πόδια μου ήταν γεμάτα πίσσα και είχα παντού τσιμπήματα από ψύλλους. Επιπλέον, συνειδητοποίησα ότι ακόμα δεν είχα ξεπεράσει τον Γκράχαμ».Ο Κάρι επέστρεψε θλιμμένος στην Κρήτη. «Με είχε προειδοποιήσει πολλές φορές ότι μια μέρα θα έφευγε, το είχε κάνει σαφές. Πριν ήταν μια κομψή γυναίκα του Λόρελ Κάνιον και τα Μάταλα ήταν έτη φωτός μακριά από τον κόσμο της. Η ζωή στα Μάταλα ήταν απλή και πρωτόγονη και τελικά ήθελε να γυρίσει στο σπίτι και την καριέρα της. Μου άρεσε πολύ η Τζόνι και δεν μου άρεσε που έχασα τη συντροφιά της. Όμως όταν ταξιδεύεις στον κόσμο, ξέρεις ότι οι φιλίες που κάνεις είναι βραχύβιες».Η Μίτσελ μετά την Ελλάδα πήγε στο Παρίσι, όπου έγραψε το California, το οποίο επίσης αναφέρεται επίσης στον Κάρι. Λίγο αργότερα, οι αρχές «εισέβαλαν» στα Μάταλα και εκκένωσαν τις σπηλιές, σηματοδοτώντας το τέλος μιας εποχής που σήμερα μοιάζει μάλλον ουτοπική. Ο Κάρι επέστρεψε τον Ιούλιο στις ΗΠΑ και σήμερα εργάζεται ως επενδυτικός σύμβουλος για διάφορες ΜΚΟ, αλλά η αθανασία που του έδωσε η Μίτσελ με το μοναδικό της τραγούδι, τον θέλει πάντα έναν 24χρονο ταραξία κάτω από φεγγάρι στις σπηλιές της Κρήτης.Το ντοκιμαντέρ Hippie-Hippie Matala! Matala! (2013) σκηνοθέτησε ο Γιώργος Βαρελάς πάνω σε σενάριο και έρευνα της Μαρίας Π. Κουφοπούλου.




