Για τον Γιάννη Καλατζή δυο λόγια

Posted by sarant στο 19 Ιουλίου, 2017

Όταν μαθεύτηκε η είδηση του θανάτου του πριν από μερικές μέρες είχα γράψει το άρθρο της επόμενης ημέρας και δεν προλάβαινα να το αλλάξω, τις επόμενες μέρες τα άρθρα υπαγορεύονταν από το ημερολόγιο, μόλις σήμερα λοιπόν βρίσκω ευκαιρία να γράψω δυο λόγια για τον Γιάννη Καλατζή, που νιώθω ότι του τα χρωστάω, μια και ομόρφηνε την εφηβεία μου, τη δική μου και των ανθρώπων της γενιάς μου.Ο Καλατζής μεσουράνησε στο ελληνικό τραγούδι για σχετικά μικρό διάστημα, που ταυτίζεται σχεδόν με τα χρόνια της δικτατορίας, από το 1968 ως το 1974 ας πούμε. Μετά τη μεταπολίτευση συνέχισε για μερικά χρόνια με μικρότερη απήχηση αλλά σταμάτησε νωρίς, περί το 1980, τη δισκογραφία και δεν επανεμφανίστηκε αργότερα, όπως έκαναν άλλοι νεοκυματικοί και λαϊκοί της σειράς του.Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1943 και, όπως διαβάσαμε τώρα, το πρώτο του συγκρότημα ήταν το Τρίο Μορένο. Καριέρα λαϊκού τραγουδιστή έκανε όταν κατέβηκε στην Αθήνα, όπου πρώτα συνεργάστηκε με τον Γιώργο Μητσάκη, που τόσο απλόχερα ανάδειχνε νέους. Το πρώτο τραγούδι που τον έκανε γνωστό ήταν το 1967 το «Πού’σαι καημένε Περικλή«, ακριβώς του Μητσάκη.Η πρώτη μεγάλη επιτυχία του, που τον καθιερωσε, ήταν το 1968 τα Χρυσά κλειδιά, των Δερβενιώτη-Βίρβου:Μέσα στο 1968 έρχεται και η συνεργασία του με τον Μάνο Λοΐζο και τον Λευτέρη Παπαδόπουλο, και η συμμετοχή του στον δίσκο Σταθμός, με τραγούδια όπως το Δελφίνι δελφινάκι ή το Παλιό ρολόι.Χαρακτηριστικό είναι πως ο Σταθμός ήταν και ο παρθενικός δίσκος που εξέδωσε η νεοσύστατη τότε εταιρεία MINOS, ενώ δεύτερος, με κωδικό MSM102, ήταν ο πρώτος προσωπικός μεγάλος δίσκος του Γιάννη Καλατζή, με τίτλο το όνομά του, πάλι το 1968. Ο δίσκος, που δεν έχει εκδοθεί σε σιντί, ανοίγει με τα Χρυσά κλειδιά. Στο οπισθόφυλλο του δίσκου σημειώνεται ότι «δεν υπάρχει δεύτερος τραγουδιστής που να γνώρισε τέτοια ‘πυραυλική’ άνοδο σε τόσο λίγο διάστημα».Ο Καλατζής έγινε λοιπόν ένα από τα πρώτα ατού της MINOS, που τον πρόβαλλε δεόντως στις «προσφερόμενες» εκπομπές της στο 2ο πρόγραμμα της Ραδιοφωνίας. Οι νεότεροι ίσως δεν ξέρουν τι σημαίνει αυτός ο όρος -ήταν εκπομπές ημίωρες, που η παραγωγή γινόταν από την κάθε εταιρεία και είχαν μόνο δικά της τραγούδια, συνήθως τα πιο καινούργια. Κάθε εταιρεία είχε τη δική της προσφερόμενη εκπομπή, η μια μετά την άλλη, Κολούμπια, Μίνος και Λύρα, στην πρωινή ζώνη. Η εκπομπή της Μίνος άρχιζε με την εισαγωγή από τους Γλάρους του Γαβαλά, αλλά το σήμα σταματούσε πριν ακουστεί η φωνή του και ανάγγελνε τα τραγούδια της «Οντεόν-Παρλοφόν-Μίνως Μάτσας και υιός». Η Κολούμπια είχε για σήμα την εισαγωγή από τη Συννεφιασμένη Κυριακή και η Λύρα το Ρολόι του Ρωμανού.Στις προσφερόμενες εκπομπές το τραγούδι που προωθούσε η εταιρεία για σουξέ μπορεί να ακουγόταν δύο ή τρεις φορές, διακοπτόμενο από εγκωμιαστικά, διθυραμβικά πες καλύτερα, σχόλια του παρουσιαστή -η σάτιρα του Χάρρυ Κλυνν για τη Λυκομιφών και τον Χάρρυ Ρεζίλη υπερβάλλει, αλλά όχι πολύ. Θυμάμαι, όταν είχε βγει το «Ξενάκι» (σε μουσική και στίχους Σταύρου Κουγιουμτζή), ο παρουσιαστής έκανε διαγωνισμό με το… πανδύσκολο ερώτημα «Ποιο είναι το παράξενο επίθετο που επαναλαμβάνεται εφτά φορές στο τραγούδι». (Είναι όμως επίθετο;)Ο Καλατζής είχε και μια πιο ανάλαφρη πλευρά πλευρά στις συνεργασίες του εκείνη την εποχή, ιδίως με τον Γιώργο Κατσαρό, με τραγούδια πιο άμεσα προσανατολισμένα στο σουξέ, όπως η περίφημη Κυρα-Γιώργαινα και ο Επιπόλαιος. Η Κυρα-Γιώργαινα μεταφράστηκε και σε ξένες γλώσσες (στα γαλλικά την είπε ο Μισέλ Πολναρέφ) και μεγάλο μέρος της επιτυχίας της το οφείλει πιθανώς στη φήμη ότι ο Γιώργος της ιστορίας (που έβαλε το πούρο του, άναψε το πούρο του, μπήκε στο αμάξι του και εντάξει του) δεν ήταν άλλος από τον πρωτοδικτάτορα Γεώργιο Παπαδόπουλο. Η Μηχανή του χρόνου μάς πληροφορεί ότι οι στίχοι του Πυθαγόρα ήταν ένα πείραγμα προς τον συνθέτη, τον Γιώργο Κατσαρό, που κάπνιζε όντως πούρα, κι έτσι μάς χαλάει την ιστορία. Πάντως, με εκπλήσσει αυτό που διαβάζω πως είναι τραγούδι του 1968, το είχα για ένα-δυο χρόνια αργότερα.Άλλη επιτυχία της ίδιας κοπής είναι ο Επιπόλαιος, πάλι του Κατσαρού και του Πυθαγόρα, που έδωσε και τον τίτλο στον δεύτερο προσωπικό δίσκο του Καλατζή και που θυμάμαι να προβάλλεται πολύ επίμονα από τις προσφερόμενες εκπομπές.Από το ίδιο δίδυμο, αλλά με νοσταλγικό μάλλον παρά με εύθυμο ύφος, είχαμε και τον θρυλικό Σταμούλη τον λοχία, που τον συναντάει ο τραγουδιστής στην Αμφιλοχία, παλιό του συμπολεμιστή με το κεφάλι του σταχτί, έναν στίχο που πάμπολλα παιδιά της ηλικίας μου (εγώ πάντως όχι) είχαν ραμονίσει σε «με το κεφάλι του στ’ αυτί». Η μαμά μου, θυμάμαι, είχε παραλλάξει τους στίχους και τους έκανε να λένε για έναν παλιό συμφοιτητή που μαζί του ερευνούσε άγνωστα χημικά στοιχεία -ο καθένας στο μετερίζι του.Αλλά βέβαια αυτό που κυρίως θα μείνει από τον Καλατζή είναι η συνεργασία του με τον Λοΐζο, τον Κουγιουμτζή και άλλους έντεχνους συνθέτες, σε δίσκους – σταθμούς όπως οι Θαλασσογραφίες το 1970, το Όταν ανθίζουν πασχαλιές το 1971 ή το Νάχαμε τι νάχαμε το 1972. Στους δίσκους εκείνους πρωταγωνιστεί ο Καλατζής, σε άμιλλα με έναν άλλον επίσης νέο και ανερχόμενο, που επίσης αναδείχτηκε από τον Μητσάκη, τον Γιώργο Νταλάρα. Στις Θαλασσογραφίες το πάνω χέρι το έχει μάλλον ο Καλατζής, κυρίως χάρη στην αξεπέραστη Τζαμάικα:αλλά στις Πασχαλιές μάλλον ο Νταλάρας. Μου αρέσει ωστόσο πολύ ένα χαρούμενο τραγούδι του Καλατζή από αυτό τον δίσκο, το Γεια χαρά καλή, το οποίο περιέργως είναι σε ποίηση Κώστα Βάρναλη:Η μεταπολίτευση δεν τον σήκωσε τον Καλατζή, σαν να μην ταίριαζε στο νέο κλίμα. Αραιώνει τους δίσκους, συνεργάζεται με τον Καρβέλα, κάνει σουξέ αλλά ευτελέστερα, Στη Χονολουλού-στη Χονολουλού εκεί θα πάει η τρέλα δεν πάει αλλού, και Άντε και αντίο θα σε δω στο πλοίο στις 32 του άλλου του μηνός. Οπότε, αποσύρθηκε αξιοπρεπέστατα και για πολλές δεκαετίες έμεινε σιωπηλός.Ωστόσο, τα τραγούδια του, τόσο αυτά τα λίγα που ξεχώρισα όσο και άλλα θαυμάσια που τα παρέλειψα (και που δεν τα αναφέρω επίτηδες, για να δω ποια θα προτείνετε εσείς στα σχόλια) συνέχισαν να ακούγονται, και πολλά γνώρισαν και επανεκτελέσεις. Κάποιος έγραψε πως ακούγοντας τον Καλατζή ήταν σαν να ακούς τον γείτονα που έχει βγει στο μπαλκόνι με το φανελάκι και τραγουδάει, και τραβάει και μια ρουφηξιά απ’ το τσιγάρο του όταν παίζει η ορχήστρα. Δεν το έγραψε αυτό για να υποτιμήσει τη φωνή του αλλά για να εξάρει την αίσθηση οικειότητας που σου δημιουργούσε το άκουσμά της.Ας είναι ελαφρύ το χώμα…