Aκόμα και οι αρχαίοι Έλληνες νοσταλγούσαν το παρελθόν
Αυτό υποστηρίζει η Johanna Hanink, αναπληρώτρια καθηγήτρια Κλασικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Brown, που υποστηρίζει ότι η ιδέα ότι η Ελλάδα «απλά δεν είναι αυτό που ήταν κάποτε» δεν είναι καινούργια. Ήδη στον Χρυσό Αιώνα του Περικλή, οι Αθηναίοι ζητούσαν να γίνει η πόλη τους σπουδαία ξανά.
![Dimitris Constantin, Erechtheion at the Acropolis of Athene, c. 1859-60. [Rijksmuseum, Amsterdam]](https://i0.wp.com/insidestory.gr/sites/default/files/styles/article-main/public/field/image/aeon4.jpg?resize=320%2C160&ssl=1)
Τον περασμένο Μάιο, το ελληνικό κοινοβούλιο πέρασε άλλη μια δέσμη μέτρων λιτότητας με την ελπίδα να κερδίσει σε αντάλλαγμα μια κάποια ανακούφιση από το ευρωπαϊκό χρέος της. Για σχεδόν επτάμισι χρόνια, οι πιστωτές κρατούν τη χώρα σε ασφυκτικό οικονομικό κλοιό. Στην πορεία, έχουν μάλιστα επιδεινώσει την κατάσταση με μια σειρά προσβλητικών τοποθετήσεων. Πολιτικά σκίτσα στις ξένες εφημερίδες παρουσιάζουν τους Έλληνες ως τεμπέληδες, διεφθαρμένους και δημοσιονομικά απερίσκεπτους. Γελοιογραφίες ζητούν από τους Ολύμπιους θεούς να τιμωρήσουν τον ελληνικό λαό για την παιδαριώδη ανευθυνότητα του. Πολιτικοί και ΜΜΕ συχνά αναμασούν μια εκδοχή του ίδιου τροπαρίου: οι Έλληνες κάποτε ήταν σπουδαίοι, όμως πλέον δεν θυμίζουν σε τίποτα τους προγόνους τους. Στη Δυτική Ευρώπη εξάλλου, η νοσταλγία για την Ελλάδα του λευκού μάρμαρου, του Θουκυδίδη, του Σοφοκλή και του Σωκράτη, είναι βαθιά ριζωμένη.
Η νοσταλγία καμιά φορά συνοδεύεται από επικρίσεις. Τον Φεβρουάριο του 2010, το γερμανικό περιοδικό FOCUSκυκλοφόρησε με ένα διαβόητο εξώφυλλο με τον τίτλο «Απατεώνες στην Ευρωπαϊκή Οικογένεια» και την Αφροδίτη της Μήλου να κάνει μια άσεμνη χειρονομία. Μέσα, το άρθρο «2.000 Χρόνια Παρακμής» ανακοίνωνε: «Οι μοντέρνοι Έλληνες αποδεικνύουν σχεδόν καθημερινά την ανομοιογένειά τους με τους προγόνους τους. Η χώρα που γέννησε τον Σωκράτη και τον Πλάτωνα, τον Μύρωνα και τον Φειδία, τον Πίνδαρο και τον Σοφοκλή, τον Πυθαγόρα και τον Θουκυδίδη, σήμερα δεν έχει σημαντικούς ποιητές, συνθέτες, καλλιτέχνες ή φιλόσοφους».
dimitris-constantin.jpg
Dimitris Constantin, Columns of the Parthenon temple on the Acropolis in Athens, 1858-1860, photograph. [Rijksmuseum-Amsterdam]
Αυτό το στερεότυπο προηγείται κατά πολύ της παρούσας κρίσης. Μισό αιώνα πριν εκείνο το τεύχος του FOCUS, στην ταινία Ποτέ την Κυριακή (1960), ο Ζιλ Ντασέν υποδύεται τον Αμερικανό τουρίστα Χόμερ Θρέις που έρχεται στην Ελλάδα αναζητώντας τους αρχαίους φιλόσοφους της. Καθώς οι αυταπάτες του διαλύονται λίγες μόλις ώρες αφότου αποβιβαστεί στον Πειραιά, ρωτά επίμονα την πόρνη Ίλια (την υποδύεται η Μελίνα Μερκούρη) τι πήγε λάθος: «Ποτέ καμία άλλη κοινωνία δεν έφτασε στα επίπεδα της αρχαίας Ελλάδας! Ήταν το λίκνο του πολιτισμού. Ήταν μια ευτυχισμένη χώρα. Τι συνέβη; Τι προκάλεσε την πτώση της;»
Όμως υπήρξε ποτέ μια Χρυσή Εποχή της Ελλάδας; Πότε ακριβώς ήταν η Ελλάδα μεγάλη; Στην πραγματικότητα, η νοσταλγία για τα χαμένα μεγαλεία μπορεί να εντοπιστεί ακόμα και στον επονομαζόμενο Χρυσό Αιώνα. Στα μέσα του 5ου αιώνα π.Χ., οι Αθηναίοι ήδη κοιτούσαν το παρελθόν με νοσταλγία. Λίγες δεκαετίες πριν, Αθηναίοι πολίτες-οπλίτες είχαν συμβάλει στην απόκρουση της περσικής εισβολής στην Ελλάδα. Καθόλη τη διάρκεια της αρχαιότητας, εκείνοι οι πολεμιστές θα απολάμβαναν τον σεβασμό όλων ως η Σπουδαιότερη Γενιά της Αθήνας. Πιο εμβληματικά της σύμβολα ήταν οι Μαραθωνομάχοι, εκείνοι που πολέμησαν και νίκησαν τα περσικά στρατεύματα το 490 π.Χ. στο Μαραθώνα (ο τραγικός ποιητής Αισχύλος ήταν ένας από αυτούς). Λίγο μετά από αυτή τη νίκη τους, οι Έλληνες άρχισαν να πιστεύουν ότι ποτέ δεν θα ξαναφτάσουν τη δόξα του παρελθόντος τους.
Μια δεκαετία περίπου μετά τους Ιππής, ένας άλλος ποιητής ονόματι Εύπολις ανέβασε τη δική του νοσταλγική κωμωδία με τίτλο Δήμοι. Από το έργο σώζονται μόνο αποσπάσματα, όμως σε αυτό οι τέσσερις μεγάλοι Αθηναίοι ηγέτες του παρελθόντος, ο Μιλτιάδης και ο Αριστείδης που είπαμε μαζί με τον Σόλωνα και τον Περικλή, ανασταίνονται και επιστρέφουν στην Αθήνα –κάποιοι σύγχρονοι πολιτικοί πολύ θα ήθελαν να δούμε το ίδιο θαύμα για τους στρατηγούς Ντάγκλας ΜακΆρθουρ και Τζορτζ Πάτον του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου.
Έναν χρόνο πριν το τέλος του Πελοποννησιακού Πολέμου, ο Αριστοφάνης χρησιμοποίησε το ίδιο τέχνασμα για μια δικιά του κωμωδία. Στο εξαιρετικά δημοφιλές έργο Βάτραχοι, ο Διόνυσος κατεβαίνει στον Κάτω Κόσμο προκειμένου να φέρει πίσω έναν σπουδαίο νεκρό τραγικό ποιητή που θα υπηρετήσει ως σύμβουλος στην ταλαιπωρημένη από τον πόλεμο πόλη. Οι Αθηναίοι ήδη ποθούσαν να ξανακάνουν την πόλη τους σπουδαία, ενώ ο Σωκράτης και ο Σοφοκλής ήταν ακόμα εν ζωή.
Η νοσταλγία εντάθηκε τον 4ο αιώνα π.Χ., όταν η Αθήνα βρισκόταν σε δραστικά αποδυναμωμένη πολιτική θέση. Οι ρήτορες και οι πολιτικοί ζήτησαν από τους συμπολίτες τους να κάνουν την Αθήνα σπουδαία ξανά ανοικοδομώντας την παλιά ναυτική αυτοκρατορία. Λίγο αφότου οι προσπάθειες αυτές απέτυχαν, μια νέα αυτοκρατορία αναδύθηκε στη Μεσόγειο. Καθώς η Μακεδονική αυτοκρατορική φιλοδοξία απειλούσε την ανεξαρτησία της πόλης, οι Αθηναίοι επικεντρώθηκαν ακόμη περισσότερο στην εξύμνηση των λαμπρών ημερών του παρελθόντος.
Anonymous, View of the Acropolis in Athens, c. 1895-1915, photographic-paper. [Rijksmuseum Amsterdam]
Όμως κι εκείνες οι δόξες γέμιζαν άγχος την πόλη. Ο ποιητής Αστυδάμας παραπονιόταν για το πόσο δύσκολο ήταν να πρέπει να ανταγωνιστεί τους κορυφαίους τραγικούς πριν από αυτόν. Ο ρήτορας Δημοσθένης επέμενε ότι ήταν άδικο για αυτόν να συγκρίνεται με τους θρυλικούς Αθηναίους δημαγωγούς του παρελθόντος. Κατηγόρησε τους συμπολίτες του ότι πρωτοστατούν στην παρακμή της πόλης, ισχυριζόμενος ότι ξόδευαν υπερβολικά πολλά χρήματα σε γιορτές και όχι αρκετά για τον στρατό –ήταν, όπως υποστήριζε, τεμπέληδες, διεφθαρμένοι και δημοσιονομικά απερίσκεπτοι συγκρινόμενοι με τους Αθηναίους του παρελθόντος.
Η ιδέα λοιπόν ότι η Ελλάδα «απλά δεν είναι αυτό που ήταν κάποτε» είχε τις ρίζες της στην κλασική Αθήνα. Κι όπως πολλές ιδέες της κλασικής Αθήνας, είχε κι αυτή εντυπωσιακή αντοχή. Σήμερα, πάντως, οι ανυπέρβλητοι πρόγονοι που νοσταλγούμε δεν είναι πια οι Αθηναίοι Μαραθωνομάχοι, αλλά οι «αρχαίοι Έλληνες» ως ένα εξιδανικευμένο σύνολο. Κι αυτό είναι ένα μάθημα από την αρχαία Αθήνα που συχνά παραβλέπεται: άπαξ και μια κοινωνία διακηρύξει την παρακμή της, γίνεται όλο και πιο δύσκολο να καταφέρει να γράψει νέα συναρπαστικά κεφάλαια μεγαλείου.
Η Johanna Hanink είναι αναπληρώτρια καθηγήτρια Κλασικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Brown στο Ρόουντ Άιλαντ. Το τελευταίο της βιβλίο έχει τίτλο The Classical Debt: Greek Antiquity in an Era of Austerity (2017).
To κείμενο δημοσιεύτηκε στις 26 Ιουνίου στο aeon. Aναδημοσιεύεται στα πλαίσια του Creative Commons Attribution-No Derivatives.
