Mουλωχτά

Mουλωχτά
      
«Ήρθες απ’ τα’ αριστερά, μουλωχτά, πονηρά, για να πάρεις την πρωτιά/ να’ σαι με τους δυνατούς, να νικήσεις τους κακούς». Μόλις διαβάσατε στίχους του πρώτου πολιτικού τραγουδιού που καταγράφηκε με πολεμική κατά της σημερινής κυβέρνησης. Λίγες μέρες μετά το Παραιτηθείτε- που δεν ήταν και τόσο ηχηρό- ήλθε και η αμφισβήτηση μέσω της τέχνης με αυτουργό τον τραγουδοποιό Κωστή Μαραβέγια. Λίγο νωρίτερα ο πάντα σημαντικός Διονύσης Σαββόπουλος είχε παραφράσει στο Μέγαρο Μουσικής τον δικό του στίχο λέγοντας:

 «Τον χειμώνα τούτο άμα τον περάσουμε / και τον απατεώνα αν τον ξεπεράσουμε / για άλλα δέκα χρόνια κάτι θα προφτάσουμε».
Η αποκρυστάλλωση της «πρώτη φορά αριστερά» κυβέρνησης διαμορφώνει την υλική βάση αμφισβήτησής της. Πέραν των κοινωνικών στρωμάτων, που βλέπουν μέρα την μέρα να βυθίζονται στην άμμο της διελκυστίνδας «μνημόνιο –κρίση», ήταν θέμα χρόνου να ενεργοποιηθούν και οι «κεραίες» των καλλιτεχνών μας. Πέραν όμως της πλάκας, έχει πάντα σημασία να ρωτάμε ποιος λέει τι και σε ποια συγκυρία.
Σήμερα, η ιδεολογική ηγεμονία στην χώρα μας συνεχίζει να εκπορεύεται από τα μεσοστρώματα. Με την σειρά τους η πλειοψηφία των διανοουμένων που κρατούν τα κλειδιά σε κρίσιμα πόστα είτε σιωπούσαν τα προηγούμενα χρόνια είτε επέλεξαν το ρεπερτόριο του «μαζί τα φάγαμε», μαστιγώνοντας τον λαό για τις αποκοτιές του. Η Τέχνη κινήθηκε με την σειρά της πάνω στο δίπολο Μνημόνιο- αντιμνημόνιο. Δεν ακούσαμε, δεν είδαμε, δεν διαβάσαμε όμως κάτι που να λάβει την θέση του ντοκουμέντου της εποχής. Κάτι που να διέσωζε την κυρίαρχη αντίθεση, με τις αντιφάσεις της. Η Τέχνη δεν θα άλλαζε τον ΕΝΦΙΑ. Είχε όμως υποχρέωση να παρακολουθήσει την νέα δόνηση. Όλοι σχεδόν πήγαν με την πεπατημένη. Και με μελαγχολικό τρόπο οι καλλιτέχνες- ενώ ήταν ευάλωτοι στην νέα φτωχοποίηση- επαναλάμβαναν τον εαυτό τους.
Ενδιάμεσα, ως σημείο των καιρών μια νέα φουρνιά ξεπήδησε με εμφανές το απολιτίκ πρόσημο. Μια νέα γενιά που κινήθηκε μετα- πολιτικά για την ακρίβεια. Οριοθέτησε το νέο γήπεδο, περιορίστηκε στο διασκεδαστικό τραγούδι, μεταποίησε το αστικό ελαφρό, έδωσε υλική υπόσταση σε ένα χίπστερ ρεύμα στην επικράτεια από τον Καμίνη μέχρι το Ποτάμι και από τον Κήπο του Μεγάρου μέχρι την Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση. Μια νέα υγειονομική ζώνη τέχνης διαμορφώθηκε που εξοστράκιζε κάθε αναφορά στην γύρω κοινωνική μηχανική. «Κελαηδήστε ωραία μου πουλάκια», στα χρόνια της φτώχειας και των δημευμένων σπιτιών. Κι αίφνης, το ρεύμα της χαρούμενης αντιπολιτικής ανοχής, έγινε θυμός και ειρωνεία. Άργησε δύο μνημόνια και δύο γενιές.