Η Δύναμη του Τίτλου vs Η Ισχύς της Αποδοχής

Μικρό δοκίμιο

Ο manager έρχεται συνήθως με μια απόφαση: μια υπογραφή, ένα οργανόγραμμα, έναν τίτλο. Αναλαμβάνει καθήκοντα, ευθύνες, δείκτες απόδοσης. Η θέση του είναι θεσμική και η εξουσία του τυπική. Ο ρόλος του απαιτεί οργάνωση, έλεγχο, συντονισμό — αρετές απαραίτητες για τη λειτουργία κάθε συστήματος. Όμως η παρουσία του, όσο αναγκαία κι αν είναι, δεν εγγυάται την έμπνευση.

Ο ηγέτης, αντίθετα, δεν διορίζεται· αναδεικνύεται. Δεν τον επιβάλλει το οργανόγραμμα, αλλά τον αναγνωρίζουν οι άνθρωποι. Η επιρροή του δεν πηγάζει από τη θέση, αλλά από το ήθος, τη συνέπεια και την ικανότητά του να δίνει νόημα στην κοινή προσπάθεια. Δεν χρειάζεται τίτλο για να τον ακολουθήσουν· αρκεί η εμπιστοσύνη.

Ο manager ρωτά «πώς» και «πότε». Ο ηγέτης ρωτά «γιατί» και «προς τα πού». Ο πρώτος φροντίζει να γίνονται σωστά τα πράγματα· ο δεύτερος φροντίζει να γίνονται τα σωστά πράγματα. Εκεί όπου ο manager διαχειρίζεται διαδικασίες, ο ηγέτης εμπνέει ανθρώπους. Και εκεί όπου ο manager ελέγχει την απόδοση, ο ηγέτης καλλιεργεί την υπέρβαση.

Δεν είναι αντίπαλοι αυτοί οι δύο ρόλοι· είναι συμπληρωματικοί. Οι οργανισμοί χρειάζονται managers για να στέκονται όρθιοι και ηγέτες για να προχωρούν μπροστά. Όμως η ιστορία δείχνει πως στις δύσκολες στιγμές, όταν τα σχέδια καταρρέουν και οι βεβαιότητες κλονίζονται, οι άνθρωποι δεν στρέφονται στον τίτλο, αλλά στο πρόσωπο.

Γι’ αυτό και ο manager μπορεί να διοριστεί «από πάνω», αλλά ο ηγέτης αναδύεται «από κάτω» — μέσα από την καθημερινή στάση, τις αποφάσεις υπό πίεση, τη σιωπηλή αξιοπιστία. Είναι εκείνος που, χωρίς να το επιδιώξει, γίνεται σημείο αναφοράς. Και τότε, ακόμη κι αν δεν έχει τίτλο, έχει κάτι πολύ ισχυρότερο: την αποδοχή.

Η επιλογή του ζώου τη συμπεριφορά του οποίου πρέπει να μιμηθεί ο αρχηγός εξαρτάται πολύ από το τι είδους ζώα είναι οι οπαδοί.*

*Ο Γκέραρντ Χέντρικ (Γκέερτ) Χόφστεντε (2 Οκτωβρίου 1928-12 Φεβρουαρίου 2020) ήταν Ολλανδός κοινωνικός ψυχολόγος, υπάλληλος της IBM και ομότιμος καθηγητής Οργανωσιακής Ανθρωπολογίας και Διεθνούς Διοίκησης στο Πανεπιστήμιο του Μάαστριχτ στην Ολλανδία, γνωστός για την πρωτοποριακή του έρευνα σχετικά με τις διαπολιτισμικές ομάδες και οργανισμούς

Τα κουταλάκια του γλυκού και ο Μίλτον Φρίντμαν

Σύντομο δοκίμιο

Λέγεται ότι όταν ο νομπελίστας οικονομολόγος και γκουρού του νεοφιλελευθερισμού, Μίλτον Φρίντμαν (1912-2006), επισκέφθηκε την Κίνα, τον πήγαν σ’ ένα εργοτάξιο, όπου είδε χιλιάδες εργαζόμενους να σκάβουν με κασμάδες.

Όταν ρώτησε τους υπεύθυνους γιατί δεν αγοράζουν μηχανολογικό εξοπλισμό ώστε να κάνουν τη δουλειά τους γρηγορότερα και αποτελεσματικότερα, οι Κινέζοι κομισάριοι του απάντησαν «μα για να έχει δουλειά ο κόσμος».

Ο Φρίντμαν τους άφησε άφωνους, όταν τους απάντησε: «Tότε γιατί δεν βάζετε υπερδιπλάσιους εργαζόμενους να σκάβουν με κουταλάκια του γλυκού;

Η ιστορία με τα κουταλάκια του γλυκού —είτε ειπώθηκε ποτέ είτε όχι— επιβιώνει όχι επειδή είναι αληθινή, αλλά επειδή είναι εύστοχη. Ανήκει σε εκείνη την κατηγορία των αφηγημάτων που δεν διεκδικούν ιστορική ακρίβεια, αλλά φιλοσοφική διαύγεια.

Ο υποτιθέμενος διάλογος αντιπαραθέτει δύο διαφορετικές αντιλήψεις για την εργασία. Από τη μία, η λογική της απασχόλησης ως αυτοσκοπού: να δουλεύει ο κόσμος, έστω κι αν η δουλειά είναι αργή, αναποτελεσματική ή άσκοπη. Από την άλλη, η λογική της παραγωγικότητας: να γίνεται το έργο με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, ώστε οι άνθρωποι να απελευθερώνονται για κάτι επόμενο, κάτι πιο δημιουργικό.

Το κουταλάκι του γλυκού λειτουργεί εδώ ως αλληγορία. Αν ο στόχος είναι απλώς να «κινείται το χέρι», τότε κάθε τεχνολογία είναι περιττή και κάθε πρόοδος ύποπτη. Αν όμως ο στόχος είναι το αποτέλεσμα, τότε η εργασία παύει να είναι τιμωρία και γίνεται μέσο. Δεν αγιάζεται από τον ιδρώτα, αλλά από το νόημά της.

Το δίλημμα δεν είναι οικονομικό· είναι βαθιά ηθικό. Θέλουμε κοινωνίες που συντηρούν την απασχόληση ή κοινωνίες που επενδύουν στην ανθρώπινη δυνατότητα; Θέλουμε ανθρώπους δεμένους στο κασμά —ή ελεύθερους να σκεφτούν τι άλλο μπορούν να κάνουν, τώρα που ο κασμάς αντικαταστάθηκε από μια μηχανή;

Ίσως, τελικά, το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν ειπώθηκε ποτέ η φράση. Αλλά αν, χωρίς να το καταλαβαίνουμε, κρατάμε ακόμη το κουταλάκι στο χέρι, από φόβο μήπως, αν το αφήσουμε, μείνουμε αντιμέτωποι με το πιο δύσκολο έργο απ’ όλα: να δώσουμε νέο νόημα στον χρόνο μας