Ο φόβος δεν εμποδίζει το θάνατο, εμποδίζει τη ζωή!!
Να εκτιμάτε τα πάντα, ακόμα και τα συνηθισμένα. Ειδικά τα συνηθισμένα!
Πέμα Τσοντρόν
Αν θέλεις μια νέα ιδέα, διάβασε ένα παλιό βιβλίο.
Ο Ιβάν Πετρόβιτς Παβλόφ, Ρώσος φυσιολόγος και ιατρός.




Καλημέρα!!

Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη: η χήρα Παπαδιά

Το διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη «Η Χήρα Παπαδιά» πρωτοδημοσιεύτηκε στο Ημερολόγιο Σακελλαρίου το 1888 και έπειτα από χρόνια λήθης ξαναδημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Μπουκέτο» (16 Μαΐου 1929), οπότε έγινε γνωστό. Τα τραγούδια της χήρας παπαδιάς είναι δημοτικά και τα πρόσωπα αληθινά, παρμένα από την παλιά παράδοση του νησιού.
Μόλις ο Χατζη-Γιάννης ήνοιξε το στόμα δια να τονίση την επωδόν του άσματός του και η κολοσσιαία χειρ του Μηνά του έφραξε τα χείλη δια φοβερού κινήματος.
Το πράγμα συνέβαινεν ἐν Κ.[Σκιάθω], μια των Σποράδων, περιφήμω δια το ναυτικόν της.
Εν των υψίστων προνομίων, όπερ κατείχον αι υπό την Τουρκικήν δεσποτείαν τελούσαι αύται νήσοι, απολαύουσαι όμως το πάλαι δημοτικής τινος αυτονομίας, πολυτίμου δια τους κατοίκους των, ήτο το δικαίωμα του κωμάζειν εν ταις οδοίς την νύκτα, όπερ δεν ανεγράφετο μεν εν τω αστικώ κώδικι, εκυρούτο όμως δια της ανοχής, ην εδείκνυεν η εγχώριος πολιτοφυλακὴ προς τους εκ μακρών θαλασσοποριών επιστρέφοντας τολμηρούς ναυβάτας.
Η λέξις γεμιτζής (ναύτης) και αι λέξεις ντερτιλής και μερακλὴς ήσαν πάλαι ποτὲ και αι τρεις συνώνυμοι. Να επιστρέφη τις εκ μακρού διάπλου ανά τον Εύξεινον και τον Αδρίαν, να έχη διέλθη ανάστρους και ζοφεράς νύκτας παρά τους ιστούς και το πηδάλιον άγρυπνος, χωρὶς μήτε ζεύγος οφθαλμών να φαίνεται κάπου λαμπυρίζον εις την έρημον παραλίαν, μήτε ανήσυχον ους ν’ ακούη τους δια περιπαθών φθόγγων διερμηνευομένους στεναγμούς του έρωτος, μετά το τελευταίον άσμα του απόπλου, του οποίου τους τόνους ψιθυρίζουσιν ακόμη αι θαλάσσιαι αύραι περί την ακτήν
Άναψε το φαναράκι και κατέβα στο γιαλό,
λύσε μας το παλαμάρι κι άιντε, κόρη μ’, στὸ καλό.
και να μη έχη το δικαίωμα να τραγουδήση υπό τα παράθυρα της φίλης του;
Αυτό τούτο ήθελε να πράξη και ο Χατζη-Γιάννης, νέος εικοσαετής, όστις ετήρει μεν εκ προγόνων την προσωνυμίαν του Χατζή, ήτο δε και ο ίδιος προσκυνητὴς των Αγίων Τόπων. Αλλ’ ο εξάδελφος Μηνάς, αυστηρότερος εις το περί κοσμιότητος κεφάλαιον, εζήτει να τον παρεμποδίση. Ο νεαρός όμως Χατζη-Γιάννης, έκδοτος όλος εις τον έρωτα, εξέφραζε το παράπονόν του δια δευτέρας στροφης ως εξής·
Ως και τα παραθύρια της,
ξάδερφε Μηνά,
αμάχη μου βαστούνε
όταν γυρίσω και τα ιδώ,
ξάδερφε Μηνά,
χωρὶς αέρα κλειούνε.
Η στροφή αύτη δεν ήτο η σκανδαλίζουσα τον εξάδελφον Μηνάν, αλλ’ η πρώτη, και μάλιστα δια της εν είδει επωδού επικλήσεώς της.
Έβγα να ιδώ τον ίσκιο σου,
χήρα παπαδιά,
κι εγὼ τόνε γνωρίζω.
Το νόστιμό σου το κορμί,
χήρα παπαδιά,
οποὺ τὸ λαχταρίζω.
Συνέβαινε δε τη στιγμή εκείνη να διέρχωνται υπό τα παράθυρα της “χήρας παπαδιᾶς”, προς ην εγίνετο η φλογερά επίκλησις.
Ὅλοι οι νέοι της νήσου, επανακάμπτοντες εκ των συνεχών θαλασσοποριών των, εφρόντιζον να κομίζωσι δώρα και κοσμήματα δια τας εκλεκτὰς της καρδίας των.
Όλοι οι νέοι δεν απηξίουν να κωμάζωσιν ενίοτε υπὸ τα παράθυρα της αγαπητής των. Όλοι είχον εκλέξει ανὰ μιαν έκαστος νεάνιδα, ην προώριζεν ως μέλλουσαν σύντροφον του βίου του. Μόνον ο Χατζη-Γιάννης προείλετο να ερωτευθή την “χήρα παπαδιά”. Ο Χατζη-Γιάννης ήτο μια των μελαγχροινών εκείνων και περιπαθών φύσεων, εις των ερωτύλων εκείνων νέων, οίτινες δεν θέλουσι να ακούσωσιν αλλο τι παρα το πάθος των και μόνον. Ο νεαρὸς ναυτικὸς ούτε ήξευρεν ούτ’ εφρόντισε να μάθη αν επιτρέπεται ο δεύτερος γάμος εις τας χήρας των ιερέων. Εν μόνον ήξευρεν, ότι την ηγάπα και ήθελε να την νυμφευθή.
Η νέα γυνὴ ήτο πράγματι ανταξία του διαπύρου αισθήματος, όπερ ἄκουσα ἐνέπνεεν. Οφείλομεν να ομολογήσωμεν ότι δεν ηδυνήθη να εννοήση και αυτὴ πως έγινε παπαδιὰ αίφνης και πως δεκαοκταετὴς έμεινεν εν χηρείᾳ. Την υπάνδρευσαν δεκατετραετή, χωρὶς να ερωτήσωσιν αν έστεργε τον σύζυγον, ον τη έδιδον, καὶ αν συγκατετίθετο να γίνη παπαδιά. Μετὰ εν έτος ο σύζυγός της εχειροτονήθη ιερεύς, χωρίς αυτὴ να νομίση, ότι είχε το δικαίωμα να δώσῃ ή ν’ αποποιηθή την συναίνεσίν της. Μετά εν ἄλλο ἔτος, ὁ νεαρὸς λειτουργὸς τοῦ Κυρίου, ἀσθενήσας, απέθανε, και ούτως αύτη εντὸς διετίας υπέστη τόσας σχεδὸν μεταμορφώσεις, όσας και ο μεταξοσκώληξ· εγένετο απὸ κόρης γυνή, απὸ γυναικὸς παπαδιά, και απὸ παπαδιάς χήρα· χήρα διὰ βίου.
Και όμως ο “ξάδερφος Μηνᾶς” δεν ήτο τόσον αυστηρός, όσον ηδύνατό τις εκ πρώτης αφετηρίας να υποθέση. Συνεπάθει μάλιστα τόσον πολὺ εις το νεανικὸν πάθος του εξαδέλφου του, και τόσον αφελὴς ήτο, ώστε, όταν το πράγμα επροχώρησε κάπως, και λόγος εγένετο εις διαφόρους ομίλους περὶ του έρωτος του Χατζη-Γιάννη, εφαντάσθη δια παραδόξου τρόπου να θέση εκποδὼν παν πρόσκομμα επιπροσθούν εις τον γάμον.
Είναι βέβαιον, φαίνεται, ότι εν τω Πηδαλίω δεν αναγράφεται κανών τις απαγορεύων τον δεύτερον γάμον εις τας εν χηρεία πρεσβυτέρας. Αλλ’ η πρόληψις και η παράδοσις, τα δύο ομού συντιθέμενα, ισοδυναμούσι το κάτω κάτω με ένα αποστολικὸν ή συνοδικὸν κανόνα, και έπειτα ο λαὸς ουδέποτε έλαβεν ανὰ χείρας το Πηδάλιον, δια να ίδη πόσους και ποίους περιέχει κανόνας. Τινὲς των ιερέων, ολίγιστοι, ανεγίνωσκον ενίοτε το βιβλίον τούτο εν τω παρελθόντι.
Ο ερωτικώτατος Χατζη-Γιάννης ουδὲν ήκουεν, ούτε ενόει περὶ τοιαύτης απαγορεύσεως, και αν τω έλεγέ τις, ότι οι κανόνες απαγορεύουσι να νυμφευθή την παπαδιάν, ήνοιγε μεγάλους οφθαλμούς και έσειεν απλώς τους ώμους. Ο συνετὸς όμως Μηνᾶς ελάμβανε το πρᾶγμα υπὸ σπουδαίαν έποψιν, και λοιπὸν εσοφίσθη απλούστατα να δώση δώρα πολύτιμα, λαχουρὶ καὶ ψέλλια εις την γειτόνισσάν του, την πρεσβυτέραν τοῦ παπα-Μανόλη, δια τας δύο αγάμους θυγατέρας της, και την παρεκάλεσε να υποκλέψη εκ της πενιχράς βιβλιοθήκης του αιδεσιμωτάτου αυτὸ το Πηδάλιον, το περιέχον όλους τους νόμους και τους κανόνας, και να το δανείση εις αυτὸν δια μιαν ημέραν. Ὁ απλοϊκὸς εξάδελφος του Χατζη-Γιάννη εφαντάζετο ότι τόσον θα ήρκει δια να φυλλολογήση αυτὸ το βιβλίον, να εύρη την σελίδα, εν η περιέχεται ο σχετικὸς προς την απαγόρευσιν του δευτέρου γάμου εις τας χήρας των ιερέων κανών, να αποσπάση την σελίδα ταύτην, να την σχίση και… πάει λέγοντας.
― Και τι το θέλεις αυτό το βιβλίο; τον ηρώτησεν ἡ Παπα-μανόλαινα.
―Έννοιά σου, καλέ, απήντησεν ο Μηνάς, κάτι θέλω να διαβάσω και θα σου το δώσω πίσω ευθύς.
― Αυτὸ το βιβλίο δεν είναι που έχει τον νομοκάνονα; ηρώτησεν αύθις η δύσπιστος πρεσβυτέρα.
― Ναι, είπε μορφάζων ο εξάδελφος Μηνάς.
―Ο παπάς μου λέγει πως δεν κάνει να το πιάση κανεὶς που να μην είναι ιερωμένος.
― Μην το πιάνῃς με τα χέρια γυμνά, απήντησεν ο εξάδελφος Μηνάς, βάλε μια καθαρή πετσέτα.
Τέλος πολλὰ εμόχθησεν ο ταλαίπωρος Μηνάς, εωσού πείση την Παπαμανόλαιναν. Άλλως και η εκδούλευσις αυτής άκαρπος απέβη. Λαβὼν το Πηδάλιον ο Μηνάς, όστις μόλις ήξευρε να αναγινώσκη συλλαβιστὰ ολίγας λέξεις, εφυλλολόγει καὶ εφυλλολόγει, αλλά που να εύρῃ τον σχετικὸν κανόνα, όστις άδηλον άλλως αν υπάρχῃ· το χειρότερον ήτο ότι εκινδύνευε να φανή εκπρόθεσμος εις την πρεσβυτέραν, καὶ τότε τι ν’ απολογηθή αύτη εις τον παπα-Μανόλην, αν τυχὸν παρετήρει ούτος την απουσίαν του βιβλίου;
Παρελείπομεν να είπωμεν, ότι η χήρα παπαδιά, χάριν της οποίας εν αγνοία της εγίνοντο όλα τα επιλήψιμα ταύτα, ήτο αυτὴ αύτη νύμφη τῆς γηραιᾶς πρεσβυτέρας, καὶ τοῦ παπα-Μανόλη. Τούτου τον υιὸν είχε νυμφευθῆ η ατυχής, και έμεινε χήρα εν νεαρωτάτη ηλικίᾳ, ως είπομεν. Ώστε το τόλμημα τοῦ Μηνᾶ ήτο, βλέπετε, φοβερώτερον ή όσον ήθελε φανή άνευ της περιστάσεως ταύτης.
Μάταιοι απέβησαν όλοι οι αγώνες του Μηνά, αν και το βιβλίον εδόθη αυτώ και δευτέραν φορὰν και τρίτην. Όσον και αν εφυλλολόγει, το ζητούμενον χωρίον δεν ευρίσκετο. Αλλ’ ό,τι δεν κατώρθωσεν ούτος δι’ όλων των νομίμων μέσων, τα γραίδια της γειτονιάς, τεθέντα εις κίνησιν, ηδυνήθησαν να το κατορθώσωσι. Μετὰ εν ακόμη ταξίδιον του Χατζη-Γιάννη και του Μηνά, οίτινες ήσαν συμπλωτήρες και συνιδιοκτήται του αυτού πλοίου, το πένθος της νεαράς παπαδιάς είχε κρυώσει ολίγον, η συγκατάθεσίς της, τη μεσολαβήσει των προξενητριῶν, της απεσπάσθη, και υπελείπετο μόνον το ζήτημα του πως να τελεσθή ο γάμος. Εν τω μεταξὺ ο γέρων παπα-Μανόλης απέθανεν, οι άλλοι ιερεῖς δεν είχον άμεσον συμφέρον να φαίνωνται άκαμπτοι, και κατωρθώθη, μετά ή άνευ εκκλησιαστικῆς ἀδείας, μεθ’ ιεροτελεστίας όμως τακτικής, να πραγματοποιηθή ο γάμος του Χατζη-Γιάννη μετὰ της χήρας παπαδιάς.Τὸ γεγονὸς τούτο είναι παλαιόν, συνέβη κατά τας αρχὰς του αιώνος.
Αλλὰ μέχρι της σήμερον δεν υπάρχει συμπόσιον ή απλῶς όμιλος εὐθυμούντων ἐν Κ… όπου να μη αντηχήσῃ και το άσμα “της χήρας παπαδιᾶς”.
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
Έλληνας διηγηματογράφος και ποιητής.
Πηγή: https://www.sansimera.gr/
© SanSimera.gr

Επισκέπτης!

“Εάν δεν υπάρχει αγώνας, δεν υπάρχει εξέλιξη” Frederick Douglass
Μην ξεχνάς πως είσαι άνθρωπος
“Μην ξεχνάς πως είσαι άνθρωπος.
Οι άνθρωποι πονάν. Πέφτουν. Δυσκολεύονται. Οι άνθρωποι έχουν τις κακές στιγμές τους. Οι άνθρωποι απογοητεύονται. Κλαίνε. Κουράζονται. Ξεσπάνε. Ενίοτε δειλιάζουν. Οι άνθρωποι φοβούνται. Έχουν ανάγκη στήριξης.
Ανάγκη παρηγοριάς. Ανάγκη για μια αγκαλιά.
Για μια καλή κουβέντα.
Μην ξεχνάς λοιπόν πως είσαι άνθρωπος.
Ειδικά σε αυτούς τους καιρούς που ζούμε.
Θα έχεις και τις κακές ημέρες σου.
Ας είναι…
Μόνο μην παραιτηθείς. Μόνο αυτό. Μόνο αυτό μην κάνεις.
Ελευθεριάδης Ελευθέριος
Ιστορικό ράλι Ακρόπολις

Στην διασταύρωση Πενταγιού-Κροκύλειου.
Φωτο Μπαμπης Κρανιάς.

Το Θωρηκτό Αβέρωφ

Το θωρηκτό «Γεώργιος Αβέρωφ» είναι ένα πλοίο – θρύλος του Πολεμικού μας Ναυτικού. Είναι ζήτημα αν στην παγκόσμια ναυτική ιστορία θα συναντήσουμε άλλο πολεμικό πλοίο που να συνδέθηκε για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα με την ιστορία ενός έθνους. Η φήμη και ο σεβασμός που απολαμβάνει απ’ όλους τους Έλληνες φθάνει ως τις μέρες μας.
Το πλοίο ναυπηγήθηκε στο Λιβόρνο της Ιταλίας, αρχικά για τις ανάγκες του πολεμικού ναυτικού της Ιταλίας. Όμως, η ακύρωση της παραγγελίας ώθησε την κυβέρνηση του Κυριακούλη Μαυρομιχάλη να ενδιαφερθεί για την αγορά του στα τέλη του 1909 (12 Νοεμβρίου) και να προλάβει τους Τούρκους που προς στιγμήν το διεκδίκησαν. Ήταν η εποχή που η χώρας μας είχε επιδοθεί σ’ ένα εκτεταμένο εκσυγχρονισμό των ενόπλων της δυνάμεων, μετά την ατυχή έκβαση του ελληνοτουρκικού πολέμου του 1897. Ειδικά στο Πολεμικό Ναυτικό, ο στόλος ήταν απαρχαιωμένος και η κυριαρχία στο Αιγαίο απαιτούσε την ένταξη νέων σύγχρονων μονάδων στη δύναμή του.
Η αγορά του θωρακισμένου καταδρομικού ή βαρέως ευδρόμου, σύμφωνα με τη στρατιωτική ορολογία, κόστισε 24.000.000 δραχμές και ήταν συμφέρουσα χάρις στη διαπραγματευτική ικανότητα του υπουργού Ναυτικών, Ιωάννη Δαμιανού. Το 1/3 του ποσού καταβλήθηκε από το κληροδότημα του ηπειρώτη επιχειρηματία και εθνικού ευεργέτη Γεωργίου Αβέρωφ (1815-1899) και εξ αυτού του λόγου το πλοίο έλαβε το όνομά του.
Το θωρηκτό «Αβέρωφ» καθελκύστηκε στις 27 Φεβρουαρίου 1910 και παραδόθηκε στη χώρα μας στις 15 Μαΐου 1911. Ύστερα από ένα σύντομο ταξίδι στην Αγγλία με την ευκαιρία της στέψης του βασιλιά Γεωργίου Ε’, την 1η Σεπτεμβρίου του ίδιου χρόνου κατέπλευσε στο Φάληρο κι έγινε δεκτό με ενθουσιασμό από τον ελληνικό λαό. Το πλοίο, από τα πιο σύγχρονα πολεμικά της εποχής του, ήταν ατμοκίνητο, έπλεε με ταχύτητα 24 κόμβων και είχε πλήρωμα 20 αξιωματικών και 670 ναυτών. Αμέσως έγινε η ναυαρχίδα του απαρχαιωμένου ελληνικού στόλου.
Στο θωρηκτό «Αβέρωφ» δόθηκε η ευκαιρία ήδη από την έναρξη του Α’ Βαλκανικού Πολέμου να επιβάλει την παρουσία τους και σε επιχειρησιακό επίπεδο να αλλάξει τις ισορροπίες στο Αιγαίο. Με κυβερνήτη τον ναύαρχο και μετέπειτα Πρόεδρο της Δημοκρατίας Παύλο Κουντουριώτη (1855-1935), ηγήθηκε των ελληνικών δυνάμεων στις νικηφόρες ναυμαχίες της Έλλης (3 Δεκεμβρίου 1912) και της Λήμνου (5 Ιανουαρίου 1913) κατά του τουρκικού στόλου, διαλύοντας τις προσδοκίες της Υψηλής Πύλης για τον έλεγχο του Αιγαίου.
Τον Οκτώβριο του 1918 το «Αβέρωφ» αγκυροβόλησε στην Κωνσταντινούπολη και ύψωσε την ελληνική σημαία απέναντι από το παλάτι του Σουλτάνου, καθώς η χώρα μας ήταν μία από τις νικήτριες δυνάμεις του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Με την κατάρρευση του Μικρασιατικού μετώπου το καλοκαίρι του 1922 βρέθηκε ξανά στα παράλια της Ιωνίας, για να βοηθήσει στη μεταφορά των στρατευμάτων και του ξεριζωμένου ελληνικού στοιχείου.
Αμέσως μετά υπέστη γενική επισκευή στη Γαλλία και το 1928 ανέλαβε και πάλι δράση. Την περίοδο του Μεσοπολέμου συνδέθηκε με θλιβερά επεισόδια, που είχαν μοιραίες συνέπειες για τις μετέπειτα εξελίξεις των εσωτερικών μας πραγμάτων. Το θλιβερότερο απ’ όλα ήταν η χρησιμοποίησή του από τους στασιαστές στο φιλοβενιζελικό κίνημα της 1ης Μαρτίου 1935.
Στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, αν και γερασμένο, παρέμεινε η ναυαρχίδα του ελληνικού στόλου. Μετά τη γερμανική εισβολή, τον Απρίλιο του 1941, επικράτησε προς στιγμήν η ιδέα να βυθισθεί για να μην παραδοθεί στον εχθρό, αλλά γρήγορα εγκαταλείφθηκε. Το «τυχερό καράβι», όπως είχε αποκληθεί, έφθασε τελικά σώο στην Αλεξάνδρεια και για το υπόλοιπο του πολέμου συμμετείχε σε νηοπομπές στον Ινδικό Ωκεανό.
Οι δύο τελευταίες του αποστολές – ειρηνικές αυτή τη φορά – ήταν η μεταφορά της κυβέρνησης της Απελευθέρωσης του Γεωργίου Παπανδρέου στον Πειραιά (17 Οκτωβρίου 1944) και το ταξίδι του στη Ρόδο (15 Μαΐου 1945), όπου έφερε το μήνυμα της προσάρτησης των Δωδεκανήσων στην Ελλάδα.
Το 1952 το «αήττητο πλοίο», που συνδέθηκε άρρηκτα με τον ναύαρχο Κουντουριώτη και την πολιτική πίστη του Ελευθερίου Βενιζέλου στη ναυτική ισχύ της Ελλάδος, παροπλίστηκε και σήμερα ναυλοχεί στο Φάληρο, όπου λειτουργεί ως Πολεμικό Μουσείο.
Πηγή: https://www.sansimera.gr/articles/136
© SanSimera.gr
