Ο Περικλής με 30 πλοία έφτασε στον Πόντο και εγκατέστησε στη Σινώπη (αποικία των Μιλησίων από το 750 π.Χ.) και την Αμισό (Σαμψούντα) 600 Αθηναίους.
Πιθανολογείται η αρχαία ελληνική καταγωγή των Ποντίων των πόλεων αυτών, σε συνδυασμό και με στοιχεία της ιωνικής διαλέκτου στη γλώσσα τους.

  • Τ’ εμόν, τ’ εμέτερον, αούτος.
  • Έμορφος αντί όμορφη, άλαλος αντί άλαλη (διατήρηση καταλήξεων θηλ. επιθ. αρχ. ελλ. σε -ος).
  • Λύσον, γράψον, κτίσον, άψον (από το άφτω, ανάπτω), αντί λύσε, γράψε, χτίσε, άναψε (διατήρηση κατάληξης -ον στην προστακτική).
  • Ουκί, με αφαίρεση της 1ης συλλαβής έμεινε ‘κι, με την έννοια δεν. Κι τρώγω αντί δεν τρώω (διατήρηση του ιωνικού ουκί αντί του αττικού ουχί).
  • Στεφανούμαι, σκοτούμαι (σχηματισμός μέσης φωνής σε -ούμαι) ή εγαπέθα, εστάθεν, εκοιμέθες (σχηματισμός παθ. φωνής σε -θα).
    Λέγω σε, φιλώ σε: προσωπικές αντωνυμίες ως αντικείμενο του ρήματος.
    Λελεύω: χαίρομαι, επιθυμώ, από το ρ. λιλαίομαι, μτχ. του οποίου χρησιμοποιεί ο Όμηρος στη φράση: λιλαιομένη πόσιν είναι = ήθελε να είναι σύζυγος.
    Χάταλον: το μωρό, από το απαλός, τρυφερός «παίδα αταλόφρονα» στον Όμηρο.
    Σπογγίζω: σκουπίζω.
    Ξύγαλον: το γιαούρτι, από το οξύγαλα.
    Παλαλός: χαμένος, από τη μτχ. απολωλός.
    Σεύτελος: ανόητος, από το ευτελής.
    Βοτρύδιν: το σταφύλι, από το βότρυς.
    Λαχτίζω: κλοτσώ, από το λακτίζω.
    Ωβόν: αυγό, ωτίν: αυτί.
    Κερεντή: το δρεπάνι, η κόσα, από το αρχ. κείρω= κουρεύω.
    Κιντέα και κινδέα: η τσουκνίδα, από το αρχ. κνίδη.

Οι παραπάνω, είναι λίγες από τις λέξεις της ποντιακής διαλέκτου που προέρχονται από την αρχαία ελληνική γλώσσα και χρησιμοποιούσαν -χωρίς να γνωρίζουν τη λαμπρή καταγωγή τους- και οι ταλαιπωρημένες από την προσφυγιά, αλλά με περισσή αγάπη πάντα, Πόντιες γιαγιάδες.

“Ύστερα έρχονται και σου λένε «τα χρόνια έφυγαν», αλλά εγώ θέλω να μου απαριθμήσετε κι εκείνα που έφυγαν μαζί με τα χρόνια..”

Τάσος Λειβαδίτης